Ο αριθμός των Ελλήνων καλλιτεχνών, και συγκεκριμένα μουσικών, που κατάφεραν να χαράξουν μια πραγματικά επιτυχημένη διεθνή καριέρα είναι περιορισμένος. Ο διεθνής Έλληνας Ντέμης Ρούσσος ανήκει στην παραπάνω κατηγορία και κέρδισε επάξια τη θέση του σε αυτήν. Τη δεκαετία του ’70, εποχή-σταθμό για τη μουσική, κατάφερε να κάνει αισθητή την παρουσία του παγκοσμίως βασιζόμενος μονάχα στο ταλέντο του και την ξεχωριστή φωνή του. Ο θάνατός του σε ηλικία 69 ετών, πριν μερικές ημέρες, αποτέλεσε θλιβερή είδηση τόσο για τα ελληνικά όσο και τα ξένα μέσα ενημέρωσης, που τον χαρακτήρισαν ως έναν από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες της γενιάς του.
Η ζωή στην Αλεξάνδρεια και η επιστροφή στην Ελλάδα
Ο Αρτέμιος (Ντέμης) Βεντούρης Ρούσσος γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1946 στην Αλεξάνδρεια από Έλληνες, μουσικόφιλους γονείς. Η οικογένεια ζούσε στην καρδιά μιας ορθόδοξης κοινότητας εντός μιας μουσουλμανικής πόλης, κάτι που επηρέασε τα μουσικά ακούσματα του καλλιτέχνη. Από μικρή ηλικία ήρθε σε επαφή με την παραδοσιακή, Βυζαντινή και Αραβική μουσική που συνυπήρχαν στην Αίγυπτο εκείνη την εποχή. Έμαθε κιθάρα και τρομπέτα, μελέτησε μουσική θεωρία και τραγουδούσε για πέντε χρόνια ως σολίστ στη χορωδία της Ελληνικής Βυζαντινής Εκκλησίας.
Πηγή:Artic.grΔιαβάστε όλο το άρθρο στο https://artic.gr/o-diethnis-ellinas-demis-roussos/
Η ηλεκτροακουστική μουσική γεννήθηκε το 1948, όταν ο Γάλλος τεχνικός ραδιοφώνου Pierre Schaeffer συνέθεσε τις «Πέντε Σπουδές Θορύβου»· το πρώτο έργο ηλεκτροακουστικής μουσικής στην ιστορία. Το έργο δεν αντλούσε το ηχητικό του υλικό από τις δώδεκα νότες της κλίμακας αλλά από ηχογραφημένους ήχους της καθημερινής ζωής. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1950, στο Παρίσι, για να συμπεριλάβει συνθετικές προσεγγίσεις που έκαναν χρήση φυσικών ηχογραφημένων και συνθετικά παραγόμενων, ηλεκτρονικών ήχων. Σήμερα, η έννοια της ηλεκτροακουστικής μουσικής είναι τόσο διευρυμένη ώστε να περιλαμβάνει μουσικά είδη πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Ακουσματική Μουσική (Musique Acousmatique), ηχοτοπία, ποπ, ροκ κ.ά. μπορούν να υπαχθούν σε αυτά. Ωστόσο, στο ιστορικό της ξεκίνημα, η ηλεκτροακουστική μουσική συνδέθηκε με δύο κυρίαρχες σχολές: τη Σχολή του Παρισιού που ανέπτυξε τη Συγκεκριμένη Μουσική (Musique Concrète) και τη Σχολή της Κολωνίας που ασχολήθηκε με τη δημιουργία Ηλεκτρονικής Μουσικής (Elektronische Musik).
Οι François Bayle, Pierre Schaeffer και Bernard Parmeggiani.
Τα μουσικά αυτά είδη άνθισαν σε δύο σημαντικά ραδιοφωνικά κέντρα της Ευρώπης: στη Radiodiffusion – Télévision Française του Παρισιού και στη Westdeutscher Rundfunk της Κολωνίας.
Πηγή:Artic.grΔιαβάστε όλο το άρθρο στο https://artic.gr/hlektroakoustikh-mousikh/
Εντάξει, ξέρω, είναι πολύ δύσκολο να κερδίσεις έναν αθάνατο. Και απ’ ό,τι μάθαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, ο κ. διευθυντής δεν μπορεί να πεθάνει. Μπορεί να είναι μόνο ένας και να τον τραγουδάνε οι Queen. Είναι νομοτελειακό αυτό, δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Δεν μπορεί ο καθένας να κάνει ό,τι γουστάρει. Εκτός και αν…
Αμερική, 1985. Ένα πλοιάριο με Κουβανούς πρόσφυγες πλησιάζει τις ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών. Το σταματάει για έλεγχο η ακτοφυλακή. Ή τουλάχιστον αυτό νομίζουν οι πρόσφυγες (απ’ την Κούβα, ξανατονίζω). Ο υποδυόμενοι τους φύλακες όμως, δεν είναι άλλοι από Ρώσοι πράκτορες υπό την καθοδήγηση του Mikhall Rostov (άλλως Michael Hames), οι οποίοι και εκτελούν εν ψυχρώ όλους τους επιβαίνοντες, καθώς το πλοιάριο που τους μετέφερε ήταν γεμάτο κοκαΐνη! Αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή, αφού ένα τρομερό σχέδιο των Ρώσων τίθεται εν ισχύ, με σκοπό να αποσταθεροποιήσει τις ΗΠΑ. Πόλεμος εκ των έσω λοιπόν από τους Ρώσους, που θέλουν να εκμεταλλευτούν την ασύδοτη ελευθερία των Αμερικάνων πολιτών, την οποία και δεν ξέρουν να χρησιμοποιήσουν για ίδιον όφελος, όπως οι Ρώσοι πιστεύουν (ρινγκς ενι μπελς;) Το σχέδιο είναι καλοστημένο, τα πιόνια είναι στη θέση τους. Υπολόγισαν όμως χωρίς τον ξενοδόχο. Τον παλιό πράκτορα της CIA, Matt Hunter. Ο οποίος και το παίρνει προσωπικά, σαρώνοντας τους πάντες με κάθε υπαρκτό όπλο και όταν αυτά τελειώσουν, με τη στριφογυριστή κλωτσιά του!
Όσοι δεν κατάλαβαν σε ποιον αναφέρομαι, να αποχωρήσουν προτού πυροβοληθούν πάραυτα. Ο μόνος άνθρωπος εν ζωή που μπορεί να τα βάλει με τον Κούλη (το διευθυντή) είναι ένας. Ο Chuck Norris. Κανονικά δεν πρέπει να γράψω οτιδήποτε άλλο, αφού πέραν όλων των άλλων, κινδυνεύει άμεσα η ζωή μου. Δεν παίζεις με τις δυνάμεις της φύσης. Και αυτό ο Rostov θα το μάθει απ’ την κακή κι απ’ την ανάποδη, καθώς ο Chuck ψέλλισε… 'It’s time to die' (και μάλλον δεν ακούει Sodom) και το μέλλον του είναι πια προδιαγεγραμμένο. Το πώς το αφήνω να το δείτε στην οθόνη σας.
Οι Golan-Globus είναι πίσω ΚΑΙ απ’ αυτήν την παραγωγή, ο ίδιος ο Chuck μαζί με τον αδερφό του Aaron σκηνοθετούν, γράφουν κείμενα και δημιουργούν το μύθο του ανδρός. Ότι στη μετάφραση γράφεται Ροστώβ και όχι Ροστόφ, όπως επιτάσσει η «νέα» μόδα, με έκανε να δακρύσω. Όπως επίσης και η απουσία κάθε ευαισθησίας περί καταγωγής και χρωμάτων. Μαύροι μισθοφόροι, Μεξικανοί μικροαπατεώνες, λευκοί κουστουμάτοι αρχηγοί, βία μεταξύ αστυνομικών και Λατίνων, η οποία μάλιστα έφτασε και σε φόνο στη μέση του δρόμου, χωρίς πολλή σκέψη. Συνέβαιναν και (δυστυχώς) εξακολουθούν να συμβαίνουν, φτιάχνοντας το περίεργο ψηφιδωτό των ΗΠΑ ακόμα και σήμερα. Το σενάριο βέβαια πάσχει λιγάκι, καθώς είναι χαρακτηριστική η ευκολία που ένας μικρός στρατός εισβάλλει στις ΗΠΑ και σπέρνει τον πανικό, μέχρι ένας πρώην πράκτορας να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Αλλά μπορεί να ήταν και αυτός ο σκοπός της ταινίας. Η αφύπνιση. Σε μια εποχή που η έκφραση politically correct ήταν άγνωστη, οι παραγωγοί τονίζουν τα κακώς κείμενα της πατρίδας τους και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ο Chuck στην πραγματική ζωή δεν υπ… … δεν ανακατεύεται σε τέτοιες υποθέσεις ήθελα να πω, καλέ! Αμέσως πια, αμάν!
Όσο εγώ γιατρεύω τις πληγές μου (μόνος μου έπεσα και χτύπησα), ευκαιρία να ξαναθυμηθείτε οι παλιοί και να μάθετε οι νέοι. Γιατί ακολουθεί και συνέχεια… Στην ταυτότητα του Chuck Norris, γράφει απλά «γεννήθηκε»…
Νάσος Κονίτσας
Ομολογώ πως δεν το ήξερα ότι υπάρχει ταινία με τίτλο “Invasion, USA”, γυρισμένη το 1952, η οποία μάλιστα έχει κοινά σημεία με τη «δικιά μας», όσον αφορά την ιστορία της. Επειδή όμως δεν με ενδιαφέρει καθόλου η ενασχόληση με την «ξένη», θα σπεύσω να την αγνοήσω και να γράψω για τα καμώματα και κατορθώματα του Θείου Τσακ. Την άλλη θα τη δω κάποια στιγμή. ΑΝ το επιτρέψει ο Carlos Ray…
To σωτήριον έτος 1986 η βιντεομανία χτυπάει. Και όχι απλά κόκκινο. Εκτινάσσεται στα ουράνια και κάνει όλους τους πιτσιρικάδες να τρέχουν στα βιντεοκλαμπατζίδικα και να ενοικιάζουν με το κιλό, με το καρότσι, με ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Καράτε με τον Τζάκυ Τσαν; ΟΛΕΣ οι ταινίες που είχε γυρίσει μέχρι τότε. «Το γεράκι» και κάτι άλλες άθλιες καταστάσεις, που θα τις λατρεύουμε μέχρι να ψοφήσουμε (ακόμα και το «Το γεράκι ΙΙ», που ούτε καν ο ίδιος ο Τζάκυ θα ήθελε να θυμάται), αφού σημάδεψαν την εφηβεία μας, αφού μας έκαναν να πιστέψουμε πως και εμείς έχουμε μαύρη ζώνη δέκα νταν, αφού δεν ήταν δυνατό να χάσουμε, ακόμα κι αν ο Μπρους Λη ερχόταν καταπέναντί μας με ένα στόλο Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ. «Βρε, άμα κατέβω κάτω, θα σας απαυτώσω και τους τέσσερις» και διάφορα χαριτωμένα. Όλες οι ταινίες του Σταλλόνε, όλες οι ταινίες δράσης και… ο Τσακ!
Για μπάσκετ με την παρέα της γειτονιάς και σε κάποιο διάλλειμα για να βρέξουμε λαιμό και μούτρα, πίνοντας κλασσικά νερό από τη σωλήνα, ένας γνωστός τότε μου πετάει το μυστικό. Με ρωτάει αν έχω δει το «Η δύναμη του ενός». Ακολούθησε η ετοιματζίδικη «Πώς είπατε, ορίστε;» γκριμάτσα, έξι ολόκληρα χρόνια πριν τη Νονά και ο συνομιλητής μου ξεκίνησε να μου αραδιάζει τίτλους. Η ταινία «Κώδικας σιωπής» ήταν η πρώτη που είδα και μέσα σε δέκα μέρες είχα εθιστεί. Τσακ και ξερό Uzi και όποιος τολμήσει να αμφισβητήσει, τον περιμένει η στριφογυριστή… Λίγο καιρό μετά και ενώ έκανα το πρώτο διδακτορικό μου στον Αμερικανό ξυλοφορτωτή, ένας ηρωικός συμμαθητής και φίλος μου είπε για την ταινία «Η ώρα του γερακιού». Προφανώς πρόκειται για ένα κλασσικά αποτυχημένο και πατατοειδές «ελληνικό» βάφτισμα και μία από τις πιο μούφες προσπάθειες να αποδοθεί η ιστορία της ταινίας με έναν τίτλο. Δεν μάσησα όμως ούτε με αυτό. Εδώ οι Ρώσοι πάνε να εισβάλουν σε μία χώρα που δεν έχει γίνει ποτέ πόλεμος στο εσωτερικό της, εκτός από τον εμφύλιο, αυτά θα προσέξουμε τώρα; Μέχρι σήμερα οι ΗΠΑ μετρούν πάνω από διακόσιες πενήντα πολεμικές επιχειρήσεις εκτός των συνόρων τους… για το καλό του ανθρώπινου γένους φυσικά.
Φοβερή η ιστορία λοιπόν και στην ταινία έρχονται να συνδράμουν όλες οι μεγάλες δυνάμεις. Οι Menahem Golan και Yoram Globus στην παραγωγή, ο θεόρατος Joseph Zito πίσω από την κάμερα και τα δύο αδέλφια Norris στο σενάριο και τους διαλόγους. Πολλοί θα υποστηρίξουν ότι ο Zito δεν ήταν ούτε για ζήτω, αφού έχει κάνει πολύ λίγες ταινίες από τότε και είχε μία σχετικά χαριτωμένη καριέρα στην τηλεόραση. Αηδίες, αηδίες! Ο άνθρωπος έχει γυρίσει ΑΥΤΟ! Τσακ! Φατς! Αν και – μεταξύ μας πάντα – ο ίδιος ο Τσακ ΔΕΝ ξαναδούλεψε με τον εν λόγω σκηνοθέτη, αφού ο τελευταίος έκανε του κεφαλιού του και δεν προσέλαβε στην ταινία τη Whoopi Goldberg.
Πηγή:Noizy,gr Διαβάστε όλο το άρθρο στο https://www.noizy.gr/cinema-theatre/movie-reviews/invasion-usa
Οι Ninja ήταν επαγγελματίες δολοφόνοι της Ιαπωνίας. Η ίδια η λέξη σημαίνει «κατάσκοπος» και προφέρεται από την ένωση δύο ιδεογραμμάτων Kanji. 忍者.
Εμείς όμως τους μάθαμε από την έκρηξη της βιντεοκασέτας της δεκαετίας του ‘80. Τότε που η χαρακτηριστική μορφή του Sho Kosugi εμφανίστηκε στις οθόνες μας, θέλοντας να ακολουθήσει το δρόμο που είχε ανοίξει ο Bruce Lee, προσφέροντάς μας απλόχερα τα μυστικά της δικής του τέχνης, του Ninjitsu. Ευτυχώς για μας, δεν είχε το ίδιο τέλος. Τότε λοιπόν ο μεγάλος Menahem Golan, μαζί με το Yoram Globus φυσικά, πήρε την ιστορία του Mike Stone και μας προσέφερε άλλον έναν action hero. Στη συγκεκριμένη ταινία βέβαια ο Kosugi παίζει τον κακό, αλλά αυτό δεν έχει και πολλή σημασία. Άλλωστε, ο πρωταγωνιστικός ρόλος δόθηκε στο Franco Nero, ο οποίος δεν μας έπεισε ποτέ για τις γνώσεις του στο άθλημα, αλλά είχε φροντίσει ο Ιάπωνας να μας πλημμυρίσει με τις δικές του γνώσεις και εικόνες, που δεν δώσαμε σημασία. Και το “Enter the ninja” ήταν η πρώτη ταινία ninja που είχε το ρόλο της «εγκυκλοπαίδειας».
Στην αρχή της βλέπουμε τον Kosugi να παρουσιάζει διάφορα kata, με τα όπλα που χρησιμοποιούν οι ninja. Κατά την εξέλιξη της ταινίας, μυούμεθα στη φιλοσοφία και τις εννέα αρχές του, με τα πολύπλοκα σχέδια με τα δάχτυλα. Εγώ προσωπικά πρέπει να τα είχα μάθει απ’ έξω, ρισκάροντας το λιγότερο κάποιο διάστρεμμα, Zen, zaiiiiiiii, retsu…. (συγνώμη, παραφέρθην), όπου θέλουν να μας μυήσουν στην πολεμική τέχνη. Δεν είναι μόνο σκοτωμοί, υπάρχει και υπόβαθρο και αυτό γίνεται ξεκάθαρο σε κάθε σημείο της ταινίας.
Για την ιστορία, ο Cole (Nero) είναι ένας βετεράνος που αποφασίζει να μυηθεί στην τέχνη του Ninjitsu. Τα καταφέρνει, αλλά δημιουργεί έναν εχθρό, καθώς ο Hasegawa (Kosugi), όντας γηγενής και απόγονος πολεμιστών, δεν μπορεί να αποδεχθεί το γεγονός ότι ένας ξένος θα φέρει τον τίτλο του ninja. Ο Cole φεύγει για τις Φιλιππίνες, για να συναντήσει έναν παλιό συμμαχητή και φίλο, τον Frank Landers (Alex Courtney). Θα προσπαθήσει να το βοηθήσει με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, καθώς οι κακοί της περιοχής έχουν βάλει στο μάτι τη γη του. Σαν τίμιος φίλος θα δεχθεί να του προσφέρει τη βοήθειά του, θα δείρει ή θα σκοτώσει κάθε αντίπαλό του και φυσικά μετά θα κοιμηθεί με τη γυναίκα του Mary – Ann (Suzan George). Ο κακός της υπόθεσης όμως, ο ζάπλουτος Charles Venarius (Christopher George), δεν θα παραιτηθεί τόσο εύκολα. Αφού μάθει από τον υπασπιστή του Mr. Parker (Constantine Gregory) ότι έχει να αντιμετωπίσει ένα Ninja, θα το στείλει να του βρει κι εκείνος έναν, καλύτερο. Και έτσι οι δρόμοι του Cole και του Hasegawa θα διασταυρωθούν ξανά. Μέχρι τότε βέβαια, ποτάμια αίματος και ακρωτηριασμένα άκρα θα παρελάσουν από μπροστά μας, μαζί με κάθε όπλο που διαθέτουν στη φαρέτρα τους οι πολεμιστές Ninja, μέχρι την τελική μάχη, η οποία θα ξεκινήσει με την κλασσική ιεροτελεστία. Ναι, δεν ντρέπομαι να το πω, την είχα κάνει κι εγώ πάμπολες φορές στο πάτωμα του δωματίου μου. Ακόμα δε έχω κάπου ένα αστεράκι, από τις αγορές τις εποχής εκείνης, το οποίο και είχε ταλαιπωρήσει κάθε ξύλινη επιφάνεια που συναντούσα. Δεν ντρέπομαι όμως, καθώς εκείνα με έκαναν σήμερα έναν τίμιο υποσυντάκτη αυτού του περιοδικού, το οποίο κατά τη διάρκεια αυτής της περίεργης κατάστασης συνεχίζει με κάθε δυνατό τρόπο να σας κρατάει συντροφιά, προτείνοντάς σας λύσεις ώστε να περάσετε καλύτερα το χρόνο σας, μέχρι να επανέλθει (όταν κι εφόσον) η κανονικότητα. Μέχρι τότε, ταξίδια στο χρόνο, στη χαμένη μας παιδικότητα (ο Κούλης γεννήθηκε μεγάλος), στα όμορφα που είχαμε να δούμε χρόνια και τώρα μας μοιάζουν γραφικά. Τότε όμως έφτιαξαν το χαρακτήρα μας.
Πηγή:Noizy,gr Διαβάστε όλο το άρθρο στο https://www.noizy.gr/cinema-theatre/movie-reviews/enter-the-ninja
50 Years of Priest
Προπομπός Έτος 1969. Μεσοδυτική Αγγλία. Ο δεκαοκτάχρονος Kenny K.K. Downing κάνει οντισιόν για να ενταχθεί σε μια μπάντα, η οποία ήταν στα σπάργανά της. Ο τραγουδιστής Al Atkins και ο μπασίστας Brian "Bruno" Stapenhill, με το ντράμερ John "Fezza" Partridge αποφασίζουν να απορρίψουν τον Kenny για να πάρουν τον πολύ-οργανίστα Ernest Chataway, ο οποίος έπαιζε σε μία μπάντα από το Birmingham με το όνομα Earth... Μπορεί να μη σας λέει κάτι το όνομα, αλλά μπορεί και να σας λέει. Ναι, πήραν ένα από τα αρχικά μέλη των Black Sabbath. Ο Stapenhill ονόμασε τη μπάντα JUDAS PRIEST, από το κομμάτι του Bob Dylan “The Ballad Of Frankie Lee And Judas Priest”. Το συγκρότημα υπέγραψε συμβόλαιο για τρεις δίσκους μετά από μια πετυχημένη συναυλία στο Walshall, αν και κανένα από τα αρχικά μέλη δεν συμμετείχε στη δισκογραφία των Priest. Βέβαια στα δύο πρώτα album υπάρχουν τραγούδια στα οποία έχει συμμετάσχει συνθετικά και ο Atkins.
Δυστυχώς, η εταιρεία με την οποία είχαν υπογράψει, καταστράφηκε οικονομικά και έκλεισε. Έτσι η μπάντα διαλύθηκε (;) το 1970 (καλή χρονιά Κώστα Κούλη, ναι; - Εξαιρετική χρονιά! Διαλύθηκαν οι Beatles, πέθανε ο Jimi Hendrix, πέθανε η Janis Joplin. Ακόμα κι ο ντε Γκωλ πέθανε τότε! Πάλι καλά που βγήκε ο πρώτος Sabbath εκείνη τη χρονιά)…
Ο Atkins συνέχισε να έχει το «μικρόβιο» της μουσικής και έτσι, κρατώντας το όνομα Judas Priest, βρίσκει τον K.K. και μαζί με τον παιδικό φίλο του τελευταίου, Ian “Skull” Hill στο μπάσο και τον John Ellis στα τύμπανα, αρχίζουν να προβάρουν. Η πρώτη πετυχημένη συναυλία του σχήματος με αυτή τη μορφή γίνεται στις 6 Μαρτίου του 1971. Ο Ellis εγκαταλείπει τη μπάντα και αντικαθίσταται από τον Alan Moore. Στις πρώτες συναυλίες η μπάντα έπαιζε διασκευές και το 1972 άρχισαν να εντάσσουν και δικό τους υλικό στα σετ, με τα "Never Satisfied", "Winter" και το "Caviar And Meths", με το οποίο έκλειναν τις συναυλίες τους.
Το 1972 βρίσκει τους Priest σε αναζήτηση νέου drummer, αφού ο Moore φεύγει. Η μπάντα επιλέγει τον Chris Campbell για να συνεχίσει στα τύμπανα και εκείνη την περίοδο έρχεται μια νέα σύνθεση του Atkins με τίτλο “Whiskey Woman” (θα τα πούμε και παρακάτω). Ο Atkins αναγκάζεται να αποχωρήσει από τη μπάντα για οικονομικούς λόγους το Δεκέμβριο του 1972 και λίγο αργότερα αποχωρεί και ο Campbell. Τη θέση του τραγουδιστή αναλαμβάνει ο Rob Halford, αδελφός της κοπέλας του Hill και τα τύμπανα ο John Hinch. Και οι δύο ήταν πρώην μέλη της μπάντας Hiroshima. Έρχεται το 1974, στις αρχές του οποίου οι Priest περιοδεύουν στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στη Γηραιά Αλβιώνα υπογράφουν συμβόλαιο με τη Gull Records. Η εταιρεία επέμεινε στο να εντάξουν και δεύτερο κιθαρίστα στο line-up και αυτός δεν ήταν άλλος από το Glenn Tipton.
1974 – 1979 Έχοντας υπογράψει με την εταιρεία management του Tony Iommi (Iommi Management Agency) και με τον παραγωγό των Black Sabbath Rodger Bain πίσω από την κονσόλα, ξεκινάνε οι ηχογραφήσεις για τον πρώτο δίσκο, ο οποίος είχε τον τίτλο “Rocka Rolla” και κυκλοφόρησε στις 6 Σεπτεμβρίου του 1974 από την Gull. Δυστυχώς, η παραγωγή του συγκεκριμένου άλμπουμ δεν ήταν καθόλου καλή, λόγω τεχνικών προβλημάτων. Επίσης, ο Bain πήρε κάποιες αποφάσεις, με τις οποίες η μπάντα διαφωνούσε κάθετα. Έτσι το “Caviar And Meths” κατέληξε να κυκλοφορήσει στο δίσκο ως δίλεπτο ορχηστρικό κομμάτι και όχι ως η δεκάλεπτη σύνθεση των Priest. Επίσης άφησε εκτός δίσκου τα "Tyrant", "Genocide" και "The Ripper", τα οποία είχαν τρομερή αποδοχή από το κοινό στις συναυλίες.
Ο δίσκος αυτός δεν είχε την επιτυχία που αναμενόταν, όπως και η περιοδεία στη βόρεια Ευρώπη, όπου οι κριτικές του Tύπου ήταν κάκιστες. Τα οικονομικά προβλήματα ξεκίνησαν και η μπάντα προσπάθησε να ζητήσει συμβόλαιο για να πληρώνονται πενήντα λίρες το μήνα (ναι, καλά διαβάσατε, πενήντα λίρες το μήνα στα 70’s ήταν πολλά χρήματα). Όπως ήταν αναμενόμενο, η εταιρεία αρνήθηκε, καθώς αντιμετώπιζε και εκείνη οικονομικά προβλήματα.
Το 1975 βρίσκει τους Priest ξανά χωρίς ντράμερ, αφού ο Hinch φεύγει για αγνώστους λόγους. Επιστρέφει πίσω από τα τύμπανα ο Alan Moore τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς. Η μπάντα ήταν «στρυμωγμένη» οικονομικά και έτσι, περιορίζοντας τα ημερήσια γεύματα σε ένα και κάνοντας part-time δουλειές, κατάφεραν να μαζέψουν τις δύο χιλιάδες λίρες που χρειάζονταν για τις ηχογραφήσεις του δεύτερου δίσκου. Οι δύο τελευταίοι μήνες του 1975 βρίσκουν τη μπάντα στα Rockwell Studios στην Ουαλία, αυτή τη φορά με παραγωγούς την ίδια τη μπάντα και τους Jeffery Calvert και Max West και τεχνικό ήχου τον Chris Tsangarides (R.I.P.), να ηχογραφούν το δίσκο, ο οποίος έμελλε να είναι αυτός που θα έκανε τη διαφορά και θα εκτόξευε τη μπάντα. Ο τίτλος αυτού “Sad Wings Of Destiny”. Ο δίσκος κυκλοφορεί στις 23 Μαρτίου του 1976 (ήμουν μόλις έξι ημερών) με πρώτο single το “The Ripper”. Ο δίσκος είναι αρκετά πιο progressive από το “Rocka Rolla” και περιλαμβάνει, εκτός του προαναφερθέντος “The Ripper”, τα “Dreamer Deceiver”, “Deceiver”, “Prelude”, “Tyrant”, “Genocide”, “Island Of Domination” και το εναρκτήριο οκτάλεπτο έπος “Victim Of Changes”. Το συγκεκριμένο κομμάτι είναι βασισμένο πάνω στο “Whiskey Woman”, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω και το "Red Light Lady" της μπάντας Hiroshima του Halford, τα οποία ενώθηκαν για να γίνουν ένα τραγούδι.
Δυστυχώς η έκρηξη της πανκ σκηνής επηρέασε την εμπορικότητα του άλμπουμ, το οποίο δεν είχε τις αναμενόμενες πωλήσεις. Έφτασε μέχρι το Νο. 48 των βρετανικών charts. Από την άλλη μεριά πήρε θετικές κριτικές από τον Τύπο και ειδικά από το Rolling Stone. Οι κριτικοί έχουν αναφέρει το “Sad Wings…” ως το δίσκο που καθόρισε τον ήχο και το στυλ τον Judas Priest. Να σημειώσουμε εδώ ότι στο εξαιρετικό εξώφυλλο του δίσκου εμφανίζεται για πρώτη φορά ο τριπλός σταυρός (three-pronged cross), ο οποίος καθιερώθηκε σαν το σήμα/σύμβολο των Priest.
Η μπάντα, δυσαρεστημένη από τη Gull, αποφασίζει να αναζητήσει νέα εταιρεία. Ο Moore αποχωρεί για δεύτερη και τελευταία φορά από τη μπάντα, μετά από μια τρίμηνη headline περιοδεία στη Μεγάλη Βρετανία, από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο του 1976. Με νέο μάνατζερ το David Hemmings και αρωγό τις πολύ καλές κριτικές, έρχεται η CBS να προσφέρει δισκογραφικό συμβόλαιο και 60.000 λίρες budget για τον επόμενο δίσκο. Η Gull, εκμεταλλευόμενη το «διαζύγιο» της με τους Priest, κρατάει τα δικαιώματα για τα δύο πρώτα άλμπουμ, τα οποία και επανακυκλοφορεί κατά περιόδους.
Το συμβόλαιο υπογράφεται στις αρχές του 1977 και η μπάντα μπαίνει στα Ramport Studios των The Who, με παραγωγό τον Roger Glover (Deep Purple) και τα τύμπανα για τις ηχογραφήσεις αναλαμβάνει ο session ντράμερ Simon Phillips (μετέπειτα ντράμερ των Toto για χρόνια). Το “Sin After Sin” κυκλοφορεί στις 8 Απριλίου του 1977 και περιλαμβάνει τα hits “Sinner”, “Dissident Aggressor” και την heavy metal διασκευή του “Diamonds & Rust” της Joan Baez. Στο δίσκο αυτό χρησιμοποιούν για πρώτη φορά δίκαση στα τύμπανα, στα δύο από τα τρία προαναφερθέντα τραγούδια. Ο Phillips αρνήθηκε να συμμετάσχει στην περιοδεία για την προώθηση του άλμπουμ και έτσι η μπάντα προσέλαβε το Les Binks, μετά από πρόταση του Glover. Το άλμπουμ αυτό είναι το πρώτο από τα ένδεκα σερί χρυσά της μπάντας.
Με το πενταμελές αυτό σχήμα, και με παραγωγό τον Dennis MacKay, ηχογραφούν τους δύο επόμενους δίσκους. Δύο κυκλοφορίες λοιπόν από τους Judas Priest το 1978. Στις 10 Φεβρουαρίου κυκλοφορεί ο τέταρτος δίσκος της μπάντας, με τίτλο “Stained Class”. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα “Exiter”, τη διασκευή του “Better By You, Better Than Me" των Spooky Tooth (το οποίο ήταν προσθήκη της τελευταίας στιγμής στο δίσκο) και το επικό “Beyond The Realms Of Death”, το οποίο είναι η πρώτη σύνθεση του Les Binks, σε συνεργασία με το Halford και θεωρείται ένα από τα πλέον κλασσικά αριστουργήματα της μπάντας. Μετά την περιοδεία για την προώθηση του “Stained Class” έρχεται η κυκλοφορία του “Killing Machine” στις 9 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Εδώ να σημειώσουμε ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α. με τον τίτλο “Hell Bent For Leather”, διότι ο τίτλος θεωρήθηκε ότι ενέχει «δολοφονικές επιπτώσεις» (murderous implications).
Το “Killing Machine” ήταν ο δίσκος που καθιέρωσε το ντύσιμο της μπάντας επί σκηνής με δερμάτινα. Περιλαμβάνει, εκτός του “Hell Bent For Leather” τα hits “Delivering the Goods”, “Burnin’ Up”, την εξαιρετική μπαλάντα “Before The Dawn” και τη διασκευή του "The Green Manalishi (With the Two-Pronged Crown)" των Fleetwood Mac, η οποία αρχικά υπήρχε μόνο στην αμερικάνικη έκδοση του δίσκου. Trivia: ο δίσκος περιλαμβάνει και το κομμάτι “Running Wild”, το οποίο ενέπνευσε το Rolf Kasparek, ώστε να ονοματίσει έτσι τη γερμανική Power Metal μπάντα του.
Φτάνουμε αισίως στο 1979, όπου οι Άγγλοι θα κυκλοφορήσουν το πρώτο τους live άλμπουμ. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το “Killing Machine” ηχογραφούν κάποια από τα live τους στο Τόκυο και έρχεται η κυκλοφορία του “Unleashed In The East” στις 17 Σεπτεμβρίου. Ο δίσκος περιλαμβάνει τραγούδια από όλα τους τα άλμπουμ, εκτός του “Rocka Rolla”. Στα τέλη του ’79, ο Mike Dolan, τότε μάνατζερ της μπάντας, παίρνει την απόφαση να μη πληρώσει το Les Binks για τη συμμετοχή του στο live άλμπουμ. Έτσι η μπάντα βρίσκεται για ακόμα μία φορά σε αναζήτηση ντράμερ. Τη θέση του Binks παίρνει ο Dave Holland, πρώην ντράμερ των Trapeze. Με αυτή τη σύνθεση η μπάντα μπαίνει στη δεκαετία του ‘80 και ηχογραφεί χωρίς αλλαγές έξι δίσκους.
1980 – 1989
Το 1980 και συγκεκριμένα στις 14 Απριλίου, κυκλοφορεί ο δίσκος με τον τίτλο “British Steel”, ο οποίος ξεκίνησε να ηχογραφείται στα Startling Studios, στο δυτικό Λονδίνο, με παραγωγό τον Tom Allom. Λόγω αποτυχημένων προσπαθειών, η μπάντα μεταφέρθηκε στο Tittenhurst Park, στο σπίτι του Ringo Starr. To σχήμα χρησιμοποίησε ηχογραφημένα σπασίματα μπουκαλιών και σειρήνες για την τεράστια επιτυχία, με τίτλο “Breaking The Law”, που ξεκινούσε την αμερικάνικη έκδοση του δίσκου. Άλλες επιτυχίες που βγήκαν από το “British Steel” ήταν τα “Metal Gods”, “United” και “Living After Midnight”. Το περιοδικό Rolling Stone έχει κατατάξει το άλμπουμ αυτό στο Νο. 3 στη λίστα με τα εκατό καλύτερα Μέταλ άλμπουμ όλων των εποχών. Ο δίσκος αυτός θεωρείται από πολλούς (μαζί με το “Killing Machine”) η καθιέρωση των Judas Priest, απέναντι στο τότε «φαινόμενο» New Wave Of British Heavy Metal (NWOBHM).
Μετά το τέλος της περιοδείας για το “British Steel”, οι Priest ξαναμπαίνουν στούντιο και στις 26 Φεβρουαρίου του 1981 κυκλοφορεί το έβδομο άλμπουμ τους, με τίτλο “Point Of Entry”. Ηχογραφημένο στην Ίμπιζα και πάλι με παραγωγό τον Tom Allom. Εδώ οι Βρετανοί παίρνουν την απόφαση να συνθέσουν λίγο πιο «ραδιοφωνικά» τραγούδια. Με singles τα “Heading Out To The Highway”, “Hot Rockin’” και “Don’t Go” και με το εξαιρετικό “Desert Plains” να κλείνει την πρώτη πλευρά του δίσκου. Οι γνώμες για το συγκεκριμένο δίσκο μοιράζονται. Κάποιοι το θεώρησαν εξαιρετικό και κάποιοι όχι καλό. Για τις κριτικές του κόσμου ο K.K. Downing είχε δηλώσει τότε ότι «ο κόσμος δεν αντιλαμβάνεται την πίεση που δεχόμαστε από την εταιρεία να γράψουμε hits ή να κάνουμε διασκευές. Με το συγκεκριμένο άλμπουμ θεωρούμε ότι δώσαμε στον κόσμο αυτό που θέλει». Ο Ian Hill επέμενε ότι δεν ήταν και τόσο εμπορικός, όσο θεωρούσε ο κόσμος. Η ταπεινή μου άποψη (δεν είναι από τους αγαπημένους μου Priest δίσκους) είναι ότι κάπως έτσι ξεκίνησε το “Priest Invasion” (κλεμμένο από το British Invasion των The Beatles) στην aμερικάνικη αγορά.
1982… κυκλοφορεί το πρώτο τους (δις) πλατινένιο άλμπουμ στις Η.Π.Α. και στον Καναδά. Ο τίτλος αυτού “Screaming For Vengeance”. Ηχογραφήθηκε στην Ίμπιζα και το Μαϊάμι, ξανά από τον Tom Allom. Για πρώτη φορά είχαν τον ίδιο ντράμερ σε τρία συνεχόμενα άλμπουμ! Η ακριβής ημερομηνία κυκλοφορίας του δίσκου ήταν 17 Ιουλίου 1982. Περιλαμβάνει τις επιτυχίες “You’ve Got Another Thing Coming”, “Bloodstone”, καθώς και τα “The Hellion” / “Electric Eye” που ανοίγουν το δίσκο. Η περιοδεία για το “Screaming…” ξεκίνησε με ένα τεράστιο αμερικάνικο tour και τις συναυλίες άνοιγαν οι Iron Maiden, οι Krokus και κάποιες οι Uriah Heep! Το Μάιο του 1983 συμμετέχουν στη Heavy Metal ημέρα του US Festival στο San Bernardino της Καλιφόρνια, μαζί με τους Quiet Riot, Mötley Crüe, Ozzy Osbourne, Triumph, Scorpions και Van Halen. Το Δεκέμβριο του 1983 ξεκίνησε το Ευρωπαϊκό μέρος της περιοδείας World Vengeance Tour. Ο δίσκος έφτασε στο Νο. 11 στα βρετανικά charts και στο Νο. 17 στο Billboard. Κατέχει στη λίστα του Rolling Stone για τα εκατό καλύτερα Heavy Metal άλμπουμ τη θέση No. 12. Όπως ανέφερα προηγουμένως, το “Point Of Entry” μπορεί να έκανε την αρχή της «εισβολής» των Priest στην αμερικάνικη αγορά, αλλά το “Screaming…” ήταν αυτό που τους καθιέρωσε εκεί.
Λίγο πριν παίξουν στην Ευρώπη για τη World Vengeance Tour, μπαίνουν ξανά στο στούντιο στην Ίμπιζα τον Οκτώβριο του 1983 και ηχογραφούν το ένατο άλμπουμ τους, το οποίο κυκλοφορεί στις 4 Ιανουαρίου 1984, με τίτλο “Defenders Of The Faith”. Πίσω από την κονσόλα βρίσκεται και πάλι ο Tom Allom. Περιλαμβάνει τραγούδια όπως τα “Freewheel Burning”, “Jawbreaker”, “Love Bites” και “Eat Me Alive”, καθώς και ένα από τα προσωπικά αγαπημένα μου, το “Night Comes Down”. Το “Defenders…” είναι (στο μεγαλύτερο βαθμό του) αρκετά πιο «σκοτεινό» σε σχέση με τα προηγούμενα άλμπουμ της μπάντας και μουσικά, αλλά και στιχουργικά. Κάποιοι αναφέρονται στο συγκεκριμένο δίσκο, ονομάζοντάς τον “Screaming For Vengeance II”, εξαιτίας της μουσικής του ομοιότητας με τον προηγούμενο.
Στις 13 Ιουλίου 1985 η μπάντα συμμετέχει στο φιλανθρωπικό φεστιβάλ Live Aid, όπου και παίζει τα "Living After Midnight", "The Green Manalishi (With The Two-Pronged Crown)" και "(You've Got) Another Thing Comin'". Αν και βρετανική μπάντα, οι Priest δεν έπαιξαν στο Wembley, αλλά στο JFK Stadium στη Φιλαδέλφεια.
Τον Ιούνιο του 1985 μπήκαν στο στούντιο για τις ηχογραφήσεις του δέκατου στουντιακού τους δίσκου. Μετά από επτά μήνες, το Φεβρουάριο του 1986 τελείωσαν τις ηχογραφήσεις και την παραγωγή του “Turbo”, για ακόμα μια φορά με τον Tom Allom στην κονσόλα (ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει). Ο δίσκος κυκλοφορεί στις 14 Απριλίου 1986 και αποτελεί τον πρώτο δίσκο στον οποίο η μπάντα χρησιμοποιεί αρκετά guitar synths, σε τέτοιο βαθμό που ο δίσκος χαρακτηρίζεται Glam Metal από πολλούς! Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων (γι’ αυτό και η καθυστέρηση) ο Halford αντιμετώπιζε προβλήματα λόγω κατάχρησης ουσιών και είχε γίνει βίαιος απέναντι στον ερωτικό του σύντροφο, ο οποίος αυτοκτόνησε μπροστά στον τραγουδιστή της μπάντας. Εκεί αποφάσισε να μπει σε κέντρο αποτοξίνωσης τον Δεκέμβριο του 1985, όπου και επανάκαμψε μέσα σε έναν μήνα και επέστρεψε κάνοντας μια από τις καλύτερες περιοδείες της καριέρας του. Το “Turbo” έγινε πλατινένιο στις Η.Π.Α. και έφτασε στο Νο. 17 του Billboard. Περιλαμβάνει τις επιτυχίες “Turbo Lover”, “Locked In”, “Out In The Cold”, καθώς και το “Parental Guidance”, το οποίο έχει γραφτεί για την επίθεση στη μπάντα (και το heavy metal γενικότερα) από την Tipper Gore, σύζυγο του μετέπειτα αντιπροέδρου των Η.Π.Α. Al Gore. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το δίσκο αυτόν, η μπάντα ηχογραφεί το δεύτερο live άλμπουμ της. Στις 28 Μαΐου 1987 κυκλοφορεί το “Priest… Live!”, ηχογραφημένο στην Ατλάντα και το Ντάλας. Κυκλοφόρησε σε διπλό LP.
Το Δεκέμβριο του 1987 οι Priest και ο Tom Allom κλείνονται στο στούντιο στην Ίμπιζα για τις ηχογραφήσεις και την παραγωγή του επόμενου δίσκου. Το Μάρτιο του 1988 τελειώνουν και το “Ram It Down” κυκλοφορεί στις 17 Μαΐου του ίδιου έτους. Οι προθέσεις της μπάντας ήταν – αρχικά το 1986 – να κυκλοφορήσει ένα διπλό δίσκο με τίτλο “Twin Turbos”, ο οποίος θα ήταν κατά το ήμισυ μελωδικός και πιο εμπορικός hard rock δίσκος (βλ. “Turbo”) και ο υπόλοιπος πιο heavy metal και με λιγότερα, έως καθόλου, synths. Η Columbia (πρώην CBS) αρνήθηκε και έτσι το project έσπασε στα δύο με το “Turbo” να κυκλοφορεί το ’86 και το “Ram It Down” το ’88. Ο δίσκος αυτός περιέχει την εξαιρετική διασκευή στο “Johnny B. Goode” του Chuck Berry, καθώς και τα “Ram It Down”, “Heavy Metal”, “Love You To Death”, καθώς και το έπος (κατ’ εμέ) “Blood Red Skies”. Για το συγκεκριμένο δίσκο υπάρχει κόσμος, ο οποίος θεωρεί ότι έχει μέχρι και thrash πινελιές… Το συγκεκριμένο άλμπουμ ήταν και το τελευταίο με τη σταθερότερη (μέχρι τότε) σύνθεση της μπάντας, αφού ο Dave Holland φεύγει από το σχήμα στα τέλη του 1989.
Πηγή:Noizy,gr Διαβάστε όλο το άρθρο στο https://www.noizy.gr/music/music-articles/peninta-xronia-judas-priest
Γιώργος “Dr. P” Παπαντώνης
Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2021
Αγκάθα Κρίστι, η πιο διάσημη συγγραφέας έργων μυστηρίου.
Γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1890 ως Μαίρη Κλαρίσα Αγκάθα Μίλερ στο Ντέβον της Αγγλίας. Μεγάλωσε στο Άσφιλντ, όπου έβγαλε το σχολείο και στη συνέχεια σπούδασε τραγούδι στο Παρίσι.
Το 1914, πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παντρεύτηκε τον συνταγματάρχη Άρτσιμπαλντ Κρίστι, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη. Όταν ο σύζυγός της αποστρατεύτηκε, η ίδια εργάστηκε ως βοηθός σε φαρμακείο, όπου μεταξύ άλλων έμαθε για τα δηλητήρια.
Άρχισε να γράφει με την ενθάρρυνση της αδερφή της και στο πρώτο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε το 1920 υπό τον τίτλο «Η μυστηριώδης υπόθεση στο Στάιλς», παρουσίασε για πρώτη φορά τον θρυλικό ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό, έναν χαρακτήρα που εμφανίστηκε σε περισσότερα από 25 μυθιστορήματά της. Το δεύτερο βιβλίο της («Η δολοφονία του Ρότζερ Ακρόιντ» - 1926) βρέθηκε στην κορυφή του πίνακα πωλήσεων και η ίδια μεταξύ των δημοφιλέστερων συγγραφέων.
Παρά τη μεγάλη επιτυχία της, μετά τον θάνατο της μητέρας και του συζύγου της, η Αγκάθα Κρίστι εισήλθε σε μία περίοδο συναισθηματικής αναταραχής. Εξαφανίστηκε για 11 ημέρες και τελικά εντοπίστηκε σε ιαματικά λουτρά.
Το 1930 παντρεύτηκε έναν αρχαιολόγο, τον σερ Μαξ Μάλοουαν, τον οποίο συνόδευε στις αποστολές του στη Μέση Ανατολή, όπου και εξελίχθηκαν πολλά από τα μυθιστορήματά της. Εκεί δημιουργήθηκε και η Μις Μαρπλ, μία από τις πιο αγαπημένες της ηρωίδες.
Συνολικά η Αγκάθα Κρίστι έγραψε περίπου 80 μυθιστορήματα, 30 συλλογές διηγημάτων και 15 θεατρικά έργα, καθώς και 6 αισθηματικά ρομάντζα με το ψευδώνυμο Μαίρη Γουέστμακοτ. Μέχρι τον θάνατό της, στις 12 Ιανουαρίου του 1976, είχαν πωληθεί πάνω από 400 εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων της σε περισσότερες από 100 γλώσσες. ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ... 1822: Μάχη εναντίον των Τούρκων στα Στύρα της Εύβοιας, κατά την οποία σκοτώνεται ο επικεφαλής των Ελλήνων, Ηλίας Μαυρομιχάλης. 1833: Η Αντιβασιλεία συνάπτει δάνειο 60 εκατομμυρίων φράγκων με την τράπεζα Ρότσιλντ των Παρισίων. 1899: Ο σύμβουλος του ΣΕΓΑΣ και μετέπειτα υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Βενιζέλου, Μιλτιάδης Νεγρεπόντης, εισηγείται τη διοργάνωση «πρωταθλήματος αγώνων ποδοσφαίρου». 1913: Ο Ρώσος επαναστάτης Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, ένας από τους εκδότες της εφημερίδας «Πράβντα», σε επιστολή του προς το περιοδικό του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος υπογράφει για πρώτη φορά ως «Στάλιν» (ατσάλινος άνθρωπος). 1959: Ιδρύεται η αμερικανική δισκογραφική εταιρεία Motown, που θα βάλει τη μαύρη μουσική και ιδιαίτερα τη σόουλ στον παγκόσμιο μουσικό χάρτη. 1966: Το ΔΣ της ΑΕΚ κάνει δεκτό το αίτημα του 36χρονου άσου Κώστα Νεστορίδη που, έχοντας έρθει σε ρήξη με τον πρόεδρο της ομάδας Κλεάνθη Μαρόπουλο εξαιτίας του παραγκωνισμού του, ζητάει να μεταγραφεί σε ομάδα του εξωτερικού. 1996: Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Κλάους Κίνκελ αρνείται οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με την Ελλάδα σχετικά με τις πολεμικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο. 1997: Τρεις νεκροί, τέσσερις αγνοούμενοι, τεράστιες καταστροφές σε περιουσίες και σοβαρά προβλήματα στις συγκοινωνίες είναι ο απολογισμός της θεομηνίας που πλήττει την Ελλάδα. 2000: Κυβέρνηση και αντιπολίτευση στην Τουρκία συμφωνούν στην αναβολή της εκτέλεσης της θανατικής ποινής που έχει επιβληθεί στον καταδικασμένο αρχηγό του PKK, Αμπντουλάχ Οτσαλάν. 2007: Η τρομοκρατική οργάνωση «Επαναστατικός Αγώνας» εξαπολύει επίθεση με ρουκέτα στο κτίριο της αμερικανικής πρεσβείας.
Πηγή:fosonline.gr
To Losing my religionδεν έχει σχέση με τηθρησκεία.Έχει όμως με τηνΑθήνα,τονΓκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκεςκαι το βιβλίο του«Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας»
Το τραγούδι κυκλοφόρησε to 1991 ως το πρώτο single από το άλμπουμ των R.E.M, «Out of Time. Η ηχογράφησή του ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1990 στο Bearsville Studio A, στο Woodstock της Νέας Υόρκης.
Οι R.E.M ιδρύθηκαν στην Αθήνα, της Georgia το 1980 από τους Bill Berry (ντραμς), Peter Buck (κιθάρα), Mike Mills (μπάσο) και Michael Stipe (φωνητικά). Το «Losing my religion» έμελλε να γίνει η μεγαλύτερη επιτυχία τους.
Το τραγούδι δεν έχει σχέση με τη θρησκεία, όπως πολλοί μπορεί να πιστεύουν. Το «χάνω την πίστη μου» είναι μια έκφραση συνηθισμένη στις νότιες πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών. Σημαίνει «χάνω την ψυχραιμία μου» ή «νιώθω απογοήτευση και απελπισία».
Ο τραγουδιστής του συγκροτήματος Michael Stipe, που έγραψε τους στίχους, είπε ότι το τραγούδι έχει ως θέμα την «εμμονή» και την «ανεκπλήρωτη αγάπη», που είναι ένας ισχυρός και επικίνδυνος συνδυασμός.
Το τραγούδι προέκυψε από τις προσπάθειες του κιθαρίστα Peter Buck να μάθει να παίζει μαντολίνο. Ακούγοντας τη συγχορδία στις ηχογραφήσεις πίστεψε ότι μπορεί να γίνει μια καλή βάση για ένα τραγούδι. Όπως κι έγινε.
Το τραγούδι συνοδεύτηκε από ένα εντυπωσιακό βίντεο. Το σκηνοθέτησε ο Tarsem Singh και είναι γεμάτο εντυπωσιακές βιβλικές εικόνες του Caravaggio -και όχι μόνο. Η ιδέα του βασίστηκε εν μέρει στο διήγημα του Gabriel Garcia Marquez, «A Very Old Man with Enormous Wings».
Ο Michael Stipe είναι μεγάλος θαυμαστής του Marquez (1927-2014) και ολόκληρη η ιδέα της εμμονής και της ανεκπλήρωτης αγάπης υπήρξε το κεντρικό θέμα του αριστουργήματός του συγγραφέα, «Love in the Time of Cholera. («Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας»).
Ο Stipe θυμάται ότι έκανε τόση ζέστη μέσα στο στούντιο που αναγκάστηκε να βγάλει όλα τα ρούχα του και να κάνει την ηχογράφηση σχεδόν γυμνός.
Ο Stipe συνέκρινε το θέμα του τραγουδιού με το «Every Breath You Take» που είχε γράψει ο Sting το 1983.
Losing my religion
Oh life, is bigger It's bigger than you And you are not me The lengths that I will go to The distance in your eyes Oh no I've said too much I set it up That's me in the corner That's me in the spot-light Losing my religion Trying to keep up with you And I don't know if I can do it Oh no I've said too much I haven't said enough I thought that I heard you laughing I thought that I heard you sing I think I thought I saw you try Every whisper, of every waking hour I'm choosing my confessions Trying to keep an eye on you Like a hurt, lost and blinded fool, fool Oh no I've said too much I set it up Consider this Consider this, the hint of the century Consider this the slip That brought me to my knees, failed What if all these fantasies come Flailing around Now I've said too much I thought that I heard you laughing I thought that I heard you sing I think I thought I saw you try But that was just a dream That was just a dream That's me in the corner That's me in the spot-light Losing my religion Trying to keep up with you And I don't know if I can do it Oh no I've said too much I haven't said enough I thought that I heard you laughing I thought that I heard you sing I think I thought I saw you try But that was just a dream Try, cry, fly, try That was just a dream Just a dream Just a dream, dream
Ιnfo: Losing my religion. Κυκλοφόρησε το 1991. Στίχοι: Michael Stipe. Μουσική: Peter Buck. Εκτέλεση: R.E.M