Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2020


The Number Of The Beast. Η ιστορία του άλμπουμ που έστειλε τους Iron Maiden στην κορυφή της heavy metal. Το εξώφυλλο και οι στίχοι που εξόργισαν τις θρησκευτικές οργανώσεις...

 Ένα πρωινό του 1982, ο μπασίστας των Iron Maiden Steve Harris ξύπνησε αλαφιασμένος από έναν εφιάλτη. Γρήγορα έπιασε την πένα του και προσπάθησε να αποτυπώσει τα όσα είχε ονειρευτεί σε νότες. Το ερέθισμα που αποτέλεσε πηγή της τρομακτικής εμπειρίας, αλλά συνάμα και έμπνευσης, ήταν η κλασική ταινία τρόμου του 1978, Omen 2: Damien. Η πρώτη ταινία είχε βγει το 1976, με τίτλο The Omen. Στο φιλμ του 1976, ο πατέρας του πρωταγωνιστή Ντάμιεν Θορν επιχειρεί να σκοτώσει το γιο του όταν ανακαλύπτει ότι το σημάδι που είχε ο μικρός από τη γέννησή του ήταν το σχήμα τριών εξαριών, δηλαδή το 666 – αριθμός σύμβολο του Σατανά. Δεν τα κατάφερε να τον εξοντώσει και τελικά πυροβολήθηκε θανάσιμα από έναν αστυνομικό. 

Η συνέχεια της ιστορίας, το 1978, πάνω στην οποία βασίστηκαν οι στίχοι του Steve Harris, ήταν είναι εξίσου εφιαλτική. Ο έφηβος πλέον Ντάμιεν επιστρέφει και σπέρνει στο διάβα του την καταστροφή. Το ίδιο έμελλε να γίνει και με το τραγούδι που προέκυψε από αυτή την ταινία, το οποίο προκάλεσε ακραίες αντιδράσεις από τους θρησκόληπτους της εποχής. Το όνομα του τραγουδιού: The Number Of The Beast. Ο «αριθμός του θηρίου» και οι “διωγμοί” προς τους Iron Maiden Το 1982 ήταν μια κρίσιμη χρονιά για τους οι Iron Maiden, καθώς άλλαξαν τραγουδιστή για να «σκληρύνουν» τον ήχο τους.

 Ο επόμενος δίσκος του ήταν στη διαδικασία της δημιουργίας. Η έλευση του νέου τραγουδιστή Bruce Dickinson πραγματικά “απελευθέρωσε” τις συνθετικές και στιχουργικές ικανότητες των μελών της μπάντας, κυρίως του μπασίστα Steve Harris. Διάφοροι φανατικοί έκαναν διαδηλώσεις και ακραίες ενέργειες ως ένδειξη διαμαρτυρίας απέναντι στη μουσική των Iron Maiden. Wikimedia Commons Η επιτυχία του συγκεκριμένου δίσκου τους οδήγησε στην κορυφή. Ο εφιάλτης του μπασίστα Steve Harris, ο οποίος μετουσιώθηκε στο τραγούδι «The Number of the Beast» αναμφίβολα έπαιξε μεγάλο ρόλο. 

Οι στίχοι, για τον ερχομό του “θηρίου”, σταλμένο από το Διάβολο και οι αναφορές στην καταστροφή που θα ακολουθήσει στη γη, δημιούργησαν μεγάλο ντόρο και έβαλαν τους Βρετανούς μουσικούς στο στόχαστρο συντηρητικών και θρησκευτικών οργανώσεων.Φυσικά όλοι τους αποκαλούσαν σατανιστές. Το τραγούδι ξεκινάει με τον ηθοποιό Barry Clayton να απαγγέλλει δυο εδάφια από την Αποκάλυψη, τα οποία συνενώνονται για να δημιουργήσουν μια ενιαία στροφή: Αλίμονο σε εσάς γη και θάλασσα, επειδή ο Διάβολος κατέβηκε σε εσάς, έχοντας μεγάλο θυμό γιατί ξέρει ότι ο καιρός που του απομένει είναι λίγος (12:12). Εκείνος που έχει ενόραση ας υπολογίσει τον αριθμό του θηρίου, γιατί είναι αριθμός ανθρώπου και ο αριθμός του είναι 666(13:18). Διάφοροι φανατικοί έκαναν διαδηλώσεις και ακραίες ενέργειες ως ένδειξη διαμαρτυρίας απέναντι στη μουσική των Iron Maiden που για εκείνους διέφθειρε τους νέους και τους έβαζε στο δρόμο του διαβόλου.

 Έξω από τις συναυλίες του συγκροτήματος, το 1982, οργανώνονταν μποϊκοτάζ στο συγκρότημα, δημόσια καύση του δίσκου και σπασίματα με σφυρί! Μέχρι σήμερα, τα μέλη του συγκροτήματος δηλώνουν σοκαρισμένα όταν σε συναυλία τους εκείνη τη χρονιά είδαν κάποιους διαδηλωτές να σηκώνουν ψηλά ένα σταυρό ύψους 8 μέτρων! Όλες αυτές οι παραστάσεις διαμαρτυρίας και οι ισχυρισμοί ότι οι Iron Maiden προωθούν το σατανισμό συνοδεύουν το συγκρότημα μέχρι και σήμερα, σε σαφώς μικρότερο βαθμό, συγκριτικά με τη μανία των θρησκευτικών και άλλων οργανώσεων που τους είχαν βάλει στο στόχαστρο τη δεκαετία του ‘80. Ο Διάβολος στο εξώφυλλο του δίσκου και ο συμβολισμός του Στο εξώφυλλο του δίσκου απεικονίζεται ο διάβολος ως ένα κόκκινο ανθρωπόμορφο πλάσμα με κέρατα. Ο δημιουργός του εξωφύλλου, Derek Riggs, ζωγράφισε το Σατανά να κρατάει με σχοινιά, σαν μαριονέτα έναν ανθρωπάκι που μόλις διακρίνεται. Όμως, ο Σατανάς είναι και αυτός δεμένος με τον ίδιο τρόπο και τα σχοινιά τα κρατάει ο Eddie, η νεκροκεφαλή – μασκότ του συγκροτήματος που έχει διαφορετική μορφή σε κάθε εξώφυλλο των Βρετανών. Στην αρχική έκδοση του εξωφύλλου, ο ουρανός ήταν μπλε αντί για μαύρος, όπως ήταν το σχέδιο. Απλά είχε γίνει λάθος στην εκτύπωση, το οποίο πιστώθηκε στη δισκογραφική εταιρία ΕΜΙ. Πρόκειται για την παραδοσιακή απεικόνιση του Διαβόλου στις τέχνες, ως ένα κόκκινο ανθρωπόμορφο πλάσμα με κέρατα. Flickr «Τελικά, ποιος χρησιμοποιεί ποιον;», διερωτάται ο ένας εκ των δύο κιθαριστών του συγκροτήματος, Dave Murray, αναφερόμενος στο εξώφυλλο του δίσκου. 

Με αυτόν τον τρόπο ίσως υπαινίσσεται ότι ο Διάβολος μπορεί μεν να χρησιμοποιεί ως μαριονέτα ένα θνητό, αλλά ο Eddie, η μασκότ του συγκροτήματος χρησιμοποιεί ως μαριονέτα το Διάβολο. Ο δίσκος έφτασε στην κορυφή των charts στη Βρετανία και έχουν πωληθεί, σύμφωνα με ρεπορτάζ της New York Times το 2010, συνολικά 14 εκατομμύρια αντίτυπα! Η αστεία απάντηση των Iron Maiden σε αυτούς που τους κατηγορούσαν για σατανισμό Πολλές φορές τα μέλη του συγκροτήματος κλήθηκαν να απαντήσουν στις κατηγορίες περί σατανισμού. Ο Steve Harris είχε δηλώσει στην αυτοβιογραφία του συγκροτήματος: «Ήταν τρελό. Δεν κατάλαβαν τίποτα. Προφανώς, κανείς τους δεν διάβασε τους στίχους. Απλά ήθελαν να πιστέψουν όλα αυτά τα σκουπίδια για το ότι είμαστε σατανιστές». Όταν πρωτοξεκίνησε ο “πόλεμος” απέναντι στη μπάντα, το 1982, ο νέος και θερμόαιμος – τότε – Bruce Dickinson είχε βρίσει επί σκηνής τους διαδηλωτές που ήταν συγκεντρωμένοι έξω από το χώρο όπου οι Maiden έδιναν συναυλία. Την επόμενη χρονιά χειρίστηκαν το θέμα ψυχραιμότερα. Το 1983 το συγκρότημα κυκλοφόρησε το δίσκο “Piece of Mind”. 

Στο 6ο τραγούδι του δίσκου, στο «Still Life», οι Iron Maiden αποφάσισαν να απαντήσουν με αστείο τρόπο σε όλους αυτούς που τους κατηγορούσαν για σατανιστές, με μηνυματα που ακούγονται αν οι δίσκοι τους παιχτούν ανάποδα. Στην αρχή του τραγουδιού, συμπεριέλαβαν ένα κωδικοποιημένο μήνυμα, το οποίο ακουγόταν αν όντως κάποιος γύριζε το δίσκο ανάποδα. Στο «ανάποδο»  μήνυμα, ο Nicko McBrain μιμείται την φωνή του ηθοποιού John Bird, όταν εκείνος με την σειρά του μιμούνταν τον πρώην πρόεδρο της Ουγκάντα, Idi Amin. Οι στίχοι έλεγαν: «What ho said the t’ing with the three ‘bonce’, do not meddle with things you don’t understand…». Όταν ο δίσκος γύριζε ανάποδα ακουγόταν η εξής φράση:«What ho said the monster with the three heads, don’t meddle with things you don’t understand». Δηλαδή, «Το πλάσμα με τα τρία κεφάλια είπε να μην ανακατεύεσαι με πράγματα που δεν καταλαβαίνεις». Μετά από την φράση ακολουθεί μια βρισιά. Το δημοσιογραφικό “τέχνασμα” για την προώθηση του συγκροτήματος Οι Iron Maiden και άλλα βρετανικά συγκροτήματα κατατάχθηκαν στο New Wave of British Heavy Metal (NWOBHM). 

Μέσα από το NWOBHM αναδείχτηκαν μπάντες όπως οι Motörhead, οι Angel Witch, οι Saxon, οι Judas Priest και άλλες. Έκτοτε η χέβι μετάλ συχνά κατηγορήθηκε για σατανισμό, κυρίως από θρησκόληπτες ομάδες. Ωστόσο και κάποια συγκροτήματα έπαιξαν με σύμβολα και σατανιστικούς χαιρετισμούς, τους οποίους ανταπέδιδαν οι φαν τους. Το παιχνίδι των εντυπώσεων ήταν πάντα κομμάτι της μουσικής βιομηχανίας. Όπως η υπερβολή και η παρερμηνεία ήταν ανέκαθεν στοιχείο των παραθρησκευτικών οργανώσεων. 




Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/the-number-of-the-beast-i-istoria-toy-almpoym-poy-esteile-toys-iron-maiden-stin-koryfi-tis/mixanitouxronou.gr...

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2020

 Ο Jared Leto θα υποδυθεί τον Andy Warhol σε νέα 

Ο νέος ρόλος του Jared Leto.

Τον Andy Warhol θα υποδυθεί o Jared Leto σε βιογραφική ταινία για τον θρύλο της pop art.

Ο ηθοποιός, ο οποίος έχει εμφανιστεί στον ρόλο του «Τζόκερ» στην ταινία «The Suicide Squad», επιβεβαίωσε την είδηση και δημοσίευσε στο λογαριασμό του στο Instagram φωτογραφίες του Αμερικανού καλλιτέχνη, πρωτοπόρου του κινήματος της pop star.

«Ναι, είναι αλήθεια ότι θα υποδυθώ τον Andy Warhol σε μια επερχόμενη ταινία», έγραψε ο Jared Leto.

«Και είμαι τόσο ευγνώμων και ενθουσιασμένος για την ευκαιρία. Χαρούμενα γενέθλια με καθυστέρηση, Andy. Μας λείπεις εσύ και η ιδιοφυΐα σου» συμπλήρωσε ο Αμερικανός ηθοποιός και τραγουδιστής.

Ο αείμνηστος καλλιτέχνης, αν ζούσε, θα γινόταν 92 ετών στις 6 Αυγούστου. Ο ζωγράφος, γλύπτης, συγγραφέας πέθανε σε ηλικία 58 ετών το 1987 από επιπλοκές κατά τη διάρκεια επέμβασης αφαίρεσης της χολής του.

Ο Andy Warhol ήταν εξαιρετικά δημοφιλής τη δεκαετία του 1960 και στα πιο διάσημα έργα του περιλαμβάνονται τα εικονικά πορτρέτα της Marilyn Monroe, τα εμβληματικά μπουκάλια της Coca-Cola και τα μεταλλικά κουτιά της σούπας Campbell’s.

Υπήρξε συστηματικός συλλέκτης έργων, κυρίως κοσμημάτων, διακοσμητικής και λαϊκής τέχνης, τα οποία δημοπρατήθηκαν μετά το θάνατό του. Το Μουσείο «Andy Warhol», με πλούσια συλλογή έργων του, εγκαινιάστηκε το 1994 στο Πίτσμπουργκ.

Η νέα βιογραφική ταινία με τίτλο «Warhol» βασίζεται στο βιβλίο «Warhol: The Biography» του Victor Bockris, διασκευασμένο από τον σεναριογράφο Terrence Winter.


Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ-Hit -Channel


Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2020

Hubert Kah - Wenn der Mond die Sonne berührt (ZDF-Hitparade 1984)

 Από τους Genesis στην Αποκάλυψη: Δίσκοι και λουλούδια, δυο σε ένα...

     

Γράφει ο Γιάννης Καστανάρας

Λοιπόν... Πάρα πάρα πολλά χρόνια πριν, στη γωνία Αλεξάνδρας και Ιπποκράτους (επί της Αλεξάνδρας, λίγο πιο πάνω από τον ιστορικό θερινό/χειμερινό κινηματογράφο (και νυν θέατρο) Γρανάδα, υπήρχε ένα κατάστημα που πουλούσε άνθη και... δίσκους βινυλίου. Μάλιστα, καλά ακούσατε, κι όσοι έτυχε να ζούσατε τότε στα πέριξ Λυκαβηττού και Γκύζη θα το θυμάστε κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα. Κράτησε για κάμποσα χρονάκια με αυτή τη διπλή ιδιότητα, αριστερά τα λουλούδια, δεξιά τα βινύλια, πριν το αναλάβει μια κυρία αποκλειστικά σαν ανθοπωλείο, για να καταλήξει τελικά στον διαβόητο ψαρομάλλη Μάκη με το φιδίσιο βλέμμα, ο οποίος το αγόρασε κοψοχρονιά για να επεκτείνει το παιχνιδάδικο που διατηρούσε επί της Ιπποκράτους, τρυπώντας προφανώς τους τοίχους για να το έχει δίπορτο.

Ο άνθρωπος που είχε το ανθοδισκάδικο ήταν ένας μυστήριος βλογιοκομμένος, κοκαλιάρης και λιγάκι στριμμένος τύπος, που άμα λάχαινε και σ’ έκοβε για μελλοντικό πελατάκι σου έγραφε κασετοσυλλογές έναντι αδράς αμοιβής. Έλεγε μάλιστα ότι οι δίσκοι που είχε στο μαγαζί του ήταν… δυσεύρετοι. Παπάρια… Είχε και μια σκαλίτσα πίσω από το ταμείο κι από εκεί κατέβαινε στο υπόγειο όπου δούλευαν διπλά κασετόφωνα για να γράφει από κασέτα σε κασέτα. Ο Χαμαργιάς με τ’ όνομα – μάλιστα το είχε γραμμένο με καλλιγραφικά γράμματα πάνω την είσοδο του καταστήματος: «Χαμαργιάς – Fleurs et musique». Φρανκοφόν, που λέμε, ή φραγκοφονιάς…

Κάπου κάπου, όταν είχα κάνα "μεζεδάκι" στην τσέπη, κατηφόριζα από το Βουνό και ψώνιζα δισκάκια – θυμάμαι το Frampton Comes Alive, το Transformer και το Wish You Were Here, μεταξύ άλλων. Με τις κασέτες δεν τα πήγαινα ποτέ καλά, ανέκαθεν μου ακούγονταν μουντές  –  έχω, βλέπετε, προτίμηση στα πρίμα, κι έτσι άντε να τον είχα ασημώσει μια δυο φορές για να μου γράψει κάποια συλλογή με «ξένα».

Τους Genesis δεν τους είχα ακούσει, μπορεί να είχα διαβάσει κατιτίς για δαύτους στο Φαντάζιο που αγόραζε η μάνα μου κaι είχε συνήθως ένα δισέλιδο για ξένη μουσική, από όπου αντλούσα όποιες πληροφορίες δημοσίευε για τον Bowie, τους Roxy, τους Floyd, τον Bolan, τους Cockney Rebel, τους Slade και διάφορους άλλους καλλιτέχνες εκείνης της εποχής – μάλιστα στη δεύτερη σελίδα δεξιά είχε μια στήλη με το εβδομαδιαίο αμερικανικό και βρετανικό hit parade. Κι επειδή ήμουν (και είμαι μέχρι και το Come Taste The Band) μέγας φαν των Deep Purple, σε κάποια φάση είχα παραγγείλει ταχυδρομικά δυο παλιότερα τεύχη του περιοδικού που είχαν αφιέρωμα στους Purple (στο ένα μάλιστα υπήρχε, νομίζω, αφίσα τους και αποκλειστική συνέντευξη με μέλη του συγκροτήματος στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, σε μια σύντομη στάση τους στην Αθήνα καθ’ οδόν για να δώσουν συναυλία στη… Βηρυτό).

Tους Genesis, όπως προείπα, δεν τους είχα ακούσει. Εξάλλου, εγώ ήμουν της κουλτούρας του hard rock και των χίπιδων, το ίδιο και η παρέα μου. Ένα ανοιξιάτικο βραδάκι λοιπόν (εντάξει, μπορεί να μην ήταν ανοιξιάτικο), πήρα τον κατήφορο από το σπίτι με σκοπό να αγοράσω ένα δισκάκι στο μουσικό ανθοπωλείο του Χαμαργιά. Είχα συμπληρώσει από το χαρτζιλίκι μου το απαιτούμενο ποσό για ένα και μοναδικό βινύλιο και, όπως πάντα, σε αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν ή στο μέλλον, ήμουν αποφασισμένος να μη γυρίσω σπίτι με άδεια χέρια.

Δυστυχώς ή ευτυχώς (το δεύτερο, όπως τελικά αποδείχθηκε), εκείνο το βράδυ το μισοσκότεινο κατάστημα είχε ακόμα λιγότερους δίσκους από ό,τι συνήθως και, ωιμέ, σχεδόν όλα τα «ξένα» ονόματα που φιγουράριζαν στα συνήθως κακοτυπωμένα εγχώρια εξώφυλλα μου ήταν άγνωστα ή αδιάφορα. Όμως, το κατοσταρικάκι (λέμε τώρα) στην τσέπη με δάγκωνε επίμονα, ήθελε σώνει και καλά να με αποχωριστεί και να καταλήξει στο συρτάρι του ανθοδισκοπώλη. Και μόνο μια σκέψη τριβέλιζε όλη εκείνη την ώρα το μυαλό μου ενώ «ξεφύλλιζα» τους δίσκους ξανά και ξανά, δίχως να μπορώ να καταλήξω σε κάποιον: «Δε γίνεται, ρε φίλε, βγήκες τσάρκα για δίσκο, θα αγοράσεις δίσκο – τελεία και παύλα!»

Το Live των Genesis ήταν το μόνο που μου έλεγε κάτι και, παρά τους χίλιους δισταγμούς μου, και επειδή δεν μπορούσα ή δεν ήξερα να διαλέξω κάτι άλλο, ακούμπησα στον καταραμένο Χαμαργιά με μισή καρδιά και βγάλε το όποιο χαρτονόμισμα είχα κι εκείνο γιόρτασε την απελευθέρωσή του από το σκοτεινό κελί της τσέπης μου τσλαβουτώντας πάνω στο μισοβρεγμένο γραφείο.

Με τους Genesis, λοιπόν, παραμάσχαλα και με την ανησυχία για το φρέσκο δισκογραφικό μου απόκτημα να μου τρώει τα σωθικά, ανηφόρισα προς το Βουνό (μην τα ξαναλέμε, ένα είναι το Βουνό, κι ας επιμένουν ορισμένοι γεωλόγοι του κώλου να το αποκαλούν λόφο) και μπήκα κατευθείαν στο σαλόνι του σπιτιού όπου υπήρχε το οικογενειακό ραδιοέπιπλo-πικάπ Philips, πάτησα το λευκό πλήκτρο (κουμπιά τα λέγαμε τότε) που άναβε τα κίτρινα φωτάκια του ραδιοφώνου, έβγαλα μέσα από το εξώφυλλο με ευλαβικές κινήσεις το «βρακί» με τις διαφημιστικές φωτογραφίες εξωφύλλων από άλλες κυκλοφορίες της εταιρείας και κατόπιν τον δίσκο από το «βρακί», και έβαλα να ακούσω το Live των Genesis, ένα άλμπουμ που αρχικά είχε κυκλοφορήσει το 1973 από το βρετανικό progressive, κυρίως, label της Charisma (γνωστής και ως The Famous Charisma Label).

Ο τίτλος του πρώτου κομματιού της άλφα πλευράς ήταν «Watcher of The Skies» και... αλίμονο! Στα πρώτα κιόλας λεπτά ψυλλιάζομαι πως την έχω πατήσει. Αυτό που άκουγαν τα ευήκοα (ακόμα) ώτα μου δεν είχε την παραμικρή σχέση με αυτό που μέχρι τότε καλλιεργούσα σαν μουσικό γούστο. Πού ήταν ο ρυθμός, πού ήταν τα ρεφρέν, πού ήταν τα εκρηκτικά ξεσπάσματα του John Bonham και του Ian Paice, που ήταν τα σόλα του Iommi και του Βlackmore, πού ήταν τέλος πάντων το rock and roll, ρε γαμώτο;!!! Π-ο-υ-θ-ε-ν-ά... Μπερδεμένα πράγματα, κάτι μελωδικά, σχεδόν γλυκανάλατα φλάουτα που δεν είχαν σχέση με το παθιασμένο παίξιμο του Ian Anderson, μια φωνή αλλόκοτη, κάτι άλλοι ήχοι που έμοιαζαν με κιθάρα αλλά μπορεί και να μην ήταν κιθάρα, κάτι αλλόκοτες μελωδίες που θύμιζαν κλασική μουσική... Πού ήταν το rock and roll, ρε γαμώτο. Παταγώδης αποτυχία, το μαγαζί θα είχε κλείσει, που να τρέχω αύριο για αλλαγή – και με τι να το άλλαζα; Με τη Rafaella Carra; Με τους Boney M; Με τον Ακατονόμαστο (δεν τον έλεγαν έτσι τότε, τότε ήταν ακόμα κομμουνιστής); Με τον Γιάννη Μαρκόπουλο; Με τα Τραγούδια του Αγώνα; Με τον Θωμά Μπακαλάκο; Ήμαρτον και ελέησον!
Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογώ και σας ζαλίζω επειδή, όπως καταλαβαίνω, δεκάρα δε δίνεται για τις περιπέτειές μου στα (ανθο)δισκάδικα και πολύ καλά κάνετε (δεν ξέρω καν αν έχετε φτάσει την ανάγνωση ως εδώ), ο δίσκος καταχωνιάστηκε στην άκρη του ραφιού με τα λίγα (ακόμα) βινύλιά μου και ξεχάστηκε για κάμποσο καιρό. Κι εγώ συνέχισα ν’ ακούω αυτά που άκουγα – στο μεταξύ είχα τσιμπήσει και κάτι άλλα δισκάκια, κάτι Jefferson, κάτι Doors και τέτοια, ώσπου μια μέρα (μπορεί να ήταν μεσημέρι, μπορεί και βράδυ), αποφάσισα, ποιος ξέρει με τι κίνητρο, να δώσω άλλη μια ευκαιρία σ’ εκείνο το άλμπουμ με το παράξενο λογότυπο και τη φωτογραφία του εξωφύλλου που έδειχνε τέσσερις τύπους καθισμένους σαν να έπαιζαν σε μπουζουξίδικο και ανάμεσά τους μια απόκοσμη όρθια φιγούρα που φορούσε μαύρο μανδύα σαν ιερέας του Σατανά (θα μπορούσε να είναι και το ράσο ενός παπά), έχοντας το κεφάλι χωμένο μέσα στο αλλόκοτο κράνος ενός εξωγήινου...

Αυτή τη φορά, πριν βάλω τον δίσκο στο πικάπ, κάτι σαν διαίσθηση μου ψιθύρισε πολύ πολύ τρυφερά: «Βάλε πρώτα τη βήτα πλευρά, μαλάκα. Τη βήτα, μαλάκα, όχι την άλφα!» Κι εγώ υπάκουσα. Κι έβαλα τη βήτα. Και ακούω το «The Musical Box»... «Play me Old King Cole/That I may join with you/All your hearts now seem so far from me/It hardly seems to matter now...»

Όχι πως καταλάβαινα και πολλά πράγματα με τα φροντιστηριακά αγγλικούλια μου, αλλά σχεδόν αμέσως αισθάνθηκα μια ανατριχίλα να διαπερνάει το εφηβικό και γεμάτο ορμόνες κορμί μου και αμέσως μετά να με πλημμυρίζει ένα κύμα αγαλλίασης. Αυτό το κομμάτι ήταν σκέτη μαγεία, ένα αλλοπρόσαλλο και συνάμα συναρπαστικό μουσικό άκουσμα που τα ταλαιπωρημένα αυτιά μου βίωναν για πρώτη φορά. Και άκουγαν με περισσή προσοχή...

Η διάρκεια του τραγουδιού ήταν γύρω στο δεκάλεπτο και, στο καπάκι, το «The Knife», το δεύτερο και τελευταίο της βήτα, διέλυσε σαν θύελλα όλα τα στεγανά μου. Κι όταν πλέον πέρασα ξανά στην άλφα και άκουσα την πλευρά ως το τέλος, μαγεμένος και συνεπαρμένος από το επικό και θριαμβευτικό φινάλε του «The Return of The Giant Hogweed», οι Genesis είχαν ήδη μπει στο πάνθεον των μουσικών ηρώων μου. Και σιγά σιγά αγόρασα όλους τους δίσκους τους (εκτός από τον πρώτο που ήταν δυσεύρετος και όταν τελικά βρέθηκε μου φάνηκε αδιάφορος – τότε δεν ήξερα ότι ήταν μέρος της στοιχειώδους σειράς Rock Roots της Decca, συν τα δυο πρώτα σινγκλ της μπάντας), λάτρεψα το Selling England Βy The Pound, χάθηκα και βρέθηκα επανειλημμένα στα αλλόκοτα σουρεαλιστικά και λαβυρινθώδη μονοπάτια του The Lamb Lies Down on Broadway, ενώ το «Super's Ready» μέσα από το Foxtrot είναι το κομμάτι που πάντα τραγουδάω μέσα στο κεφάλι μου στις (ευτυχώς) σπάνιες περιπτώσεις αϋπνίας, καθώς συνήθως τα είκοσι λεπτά και παρά τις συνεχείς εναλλαγές, φτάνουν και περισσεύουν για να με υποδεχτεί στις αγκάλες του ο Μορφέας. Ακόμα και τα δυο πρώτα χωρίς τον Gabriel μου άρεσαν. Λιγάκι και το τρίτο...

Και όλα αυτά μου αρέσουν ακόμα. Και τα ακούω ακόμα. Πολύ συχνά. Και τώρα που μιλάμε, πρέπει να γράψω και μια συλλογή Genesis για το αυτοκίνητο. Και να θυμηθώ αύριο να βράσω τα βλήτα που έχω από χθες στο ψυγείο...

ΥΓΠολλοί ροκαμπιλογκαραζομεταλλοπάνκηδες φίλοι με έχουν κατά καιρούς χλευάσει (ενίοτε με χλευάζουν ακόμα) επειδή γούσταρα και γουστάρω τους Genesis. Ωστόσο, επ’ ουδενί δεν θεωρώ τον εαυτό μου προγκρεσιβά. Απεναντίας, θα έλεγα. Οι μόνες «classic» prog-rock μπάντες που άκουγα και εξακολουθώ να ακούω πολύ συχνά εκτός από τους Genesis, είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Και πιο συγκεκριμένα: Pink Floyd, Yes, Emerson Lake & Palmer, Van Der Graaf Generator και King Crimson. Και μην πιαστείτε τώρα από τα γραφόμενα και μου αρχίσετε περί kraut rock, Caravan, Εgg, Focus, Steve Hillage, Ζappa ή Jethro Tull (ένας λόγος που είμαι φανατικά άθεος είναι επειδή κάποια στιγμή πίστεψα ότι ο μοναδικός θεός ήταν ο Ian Anderson – για ένα φεγγάρι μάλιστα άναβα κεράκια κάτω από μια τεράστια αφίσα του και η μάνα μου με φώναζε "Ian"), γιατί θα μπούμε σε μεγάλη κουβέντα και πρέπει να σκεφτώ με τι θα συνοδεύσω αύριο τα βλήτα μου...


image

Γιάννης Καστάναρας

Ο Γιάννης Καστάναρας είναι καθ' έξιν και κατ΄ επάγγελμα slacker, συνεκδότης και executive producer (ο,τι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα) του φανζίν Merlin's Music Box.
 
 Πηγή:merlinsmusicbox

 

ΚΙΝΗΜΑΤΟΘΕΑΤΡΑ ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ-ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ .


Από την Πέμπτη 29/10 έως το Σάββατο 31/10 και από τη Δευτέρα 02/11 έως και την Τετάρτη 04/11/2020.

 Αίθουσα ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Από την Πέμπτη 29/10 έως το Σάββατο 31/10 και από τη Δευτέρα 02/11 έως και την Τετάρτη 04/11/2020. Ώρες προβολής: 18:00 & 20:30. Τιμές εισιτηρίων: 7,00€ και 5,00€ (παιδικό έως 10 ετών, φοιτητικό,άνεργοι,πολύτεκνοι, Α.Μ.Ε.Α. και άνω των 65 ετών). Κάθε Δευτέρα και Τρίτη γενική είσοδος 5,00€ και κάθε Τετάρτη και Πέμπτη ένα εισιτήριο των 7,00€ για 2 άτομα (1+1).Από την Παρασκευή έως την Κυριακή για τις μεταγλωττισμένες ταινίες, γενική είσοδος 5,00€.Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη εκδίδονται μόνο εισιτήρια των 7,00€.


ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΟΛΙΝΙ (THE COLLINI CASE)

Σκηνοθεσία: Marco Kreuzpaintner| Ηθοποιοί: Elyas M'Barek, Alexandra Maria Lara, Heiner Lauterbach, Franco Nero | Χώρα Παραγωγής: Γερμανία | Έτος παραγωγής:  2019 | Διάρκεια: 123’

Σύνοψη: Στον νεαρό δικηγόρο Κάσπαρ Λάινεν, ανατίθεται να υπερασπιστεί τον κύριο ύποπτο μιας θεαματικής υπόθεσης δολοφονίας. Σύντομα όμως θα ανακαλύψει  ότι ο άνδρας που υπερασπίζεται, εμπλέκεται σε ένα από τα μεγαλύτερα νομικά σκάνδαλα της Γερμανίας.

Ένα καθηλωτικό θρίλερ βασισμένο στο ομώνυμο best seller του Φέρντιναντ βον Σίραχ.


 Αίθουσα ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Από την Πέμπτη 29/10/2020 έως και την Τετάρτη 04/11/2020. Ώρες προβολής: 18:00 & 20:00. Τιμές εισιτηρίων: 7,00€ και 5,00€ (παιδικό έως 10 ετών, φοιτητικό,άνεργοι,πολύτεκνοι, Α.Μ.Ε.Α. και άνω των 65 ετών). Κάθε Δευτέρα και Τρίτη γενική είσοδος 5,00€ και κάθε Τετάρτη και Πέμπτη ένα εισιτήριο των 7,00€ για 2 άτομα (1+1).Από την Παρασκευή έως την Κυριακή για τις μεταγλωττισμένες ταινίες, γενική είσοδος 5,00€.Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη εκδίδονται μόνο εισιτήρια των 7,00€.


Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (GLORIA MUNDI)

Η Ελπίδα Του Κόσμου (Gloria Mundi), του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν

Γαλλία – 2019 – Κοινωνικό – 106 λ.

Πρωταγωνιστούν: Αριάν Ασκαρίντ, Ζαν Πιέρ Νταρουσέν, Αναΐς Ντεμουστιέ

Διανομή: Weird Wave

 

 

 

Βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας – 76ο Φεστιβάλ Βενετίας

→ Σύνοψη:

Στη Μασσαλία, μια οικογένεια συγκεντρώνεται για τη γέννηση της μικρής Γκλόρια. Παρά τη χαρά τους, οι νεαροί γονείς έχουν πέσει σε δύσκολους καιρούς. Την ώρα που προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα, επανασυνδέονται με τον πρώην κατάδικο παππού της νεογέννητης κόρης τους.

Ο σκηνοθέτης Ρομπέρ Γκεντιγκιάν συνεργάζεται ξανά με τους ηθοποιούς των “Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα” και “Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο” στη νέα, υποψήφια για Χρυσό Λέοντα, ταινία του που διακρίνεται από ισχυρή ποιητική αισιοδοξία

→ Σημείωμα του σκηνοθέτη:

Για να παραφράσω τον Μαρξ, ο νέο-καπιταλισμός, οπουδήποτε κυριαρχεί, έχει συντρίψει αδελφικές, φιλικές και οικογενειακές σχέσεις και δεν επιτρέπει καμία σύνδεση ανάμεσα στους ανθρώπους εκτός από το ψυχρό συμφέρον. Έχει βυθίσει όλα μας τα όνειρα στα παγωμένα νερά του εγωιστικού υπολογισμού. Αυτό θέλει να δείξει, αυτό το σκοτεινό κοινωνικό παραμύθι, μέσα από την ιστορία μιας επανασυνδεδεμένης οικογένειας που μοιάζει με πύργο από τραπουλόχαρτα. Πίστευα πάντα πως το σινεμά μπορεί να μας κινήσει, μερικές φορές καθώς μας παρουσιάζει ένα παράδειγμα του κόσμου όπως θα έπρεπε να είναι, και άλλες, του κόσμου όπως είναι. Με άλλα λόγια χρειάζεται, τόσο οι κωμωδίες, όσο και οι τραγωδίες να εξακολουθούν να αμφισβητούν τον τρόπο ζωής μας... Και πρέπει να συνεχίσουμε να αμφιβάλλουμε για τους εαυτούς μας περισσότερο από ποτέ σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς, ώστε να αντισταθούμε στην ψευδαίσθηση ότι υπάρχει κάτι το φυσικό στις κοινωνίες στις οποίες ζούμε. 


 Αίθουσα ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Από την Πέμπτη 29/10/2020 έως και την Τετάρτη 04/11/2020. Ώρα προβολής: 22:00. Τιμές εισιτηρίων: 7,00€ και 5,00€ (παιδικό έως 10 ετών, φοιτητικό,άνεργοι,πολύτεκνοι, Α.Μ.Ε.Α. και άνω των 65 ετών). Κάθε Δευτέρα και Τρίτη γενική είσοδος 5,00€ και κάθε Τετάρτη και Πέμπτη ένα εισιτήριο των 7,00€ για 2 άτομα (1+1).Από την Παρασκευή έως την Κυριακή για τις μεταγλωττισμένες ταινίες, γενική είσοδος 5,00€.Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη εκδίδονται μόνο εισιτήρια των 7,00€.


ΕΛΑ ΝΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ (COME PLAY)

Περίληψη
Ο ανερχόμενος Άζι Ρόμπερτσον («Ιστορία Γάμου») είναι ο Όλιβερ, ένα μοναχικό αγόρι που νιώθει διαφορετικό από τους άλλους. Ψάχνοντας απεγνωσμένα για έναν φίλο, βρίσκει καταφύγιο στο κινητό και στο τάμπλετ του, τα οποία δεν αποχωρίζεται ποτέ. Όταν ένα μυστηριώδες πλάσμα θα χρησιμοποιήσει τις συσκευές του Όλιβερ για να εισέλθει στον κόσμο μας, οι γονείς του Όλιβερ (Τζίλιαν Τζέικομπς και Τζον Γκάλαχερ Τζούνιορ) θα πρέπει να παλέψουν για να σώσουν τον γιό τους από το τέρας που ζει πίσω από την οθόνη.

 

Πληροφορίες
Σκηνοθεσία: Tζέικομπ Τσέις
Ηθοποιοί: Άζι Ρόμπερτσον, Τζίλιαν Τζέικομπς, Τζον Γκάλαχερ Τζούνιορ
Διάρκεια: 97 λεπτά
Είδος ταινίας: Τρόμου
Καταλληλότητα ταινίας: ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ


 Αίθουσα ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

ΜΟΝΟ το Σάββατο 31/10/2020. Ώρα προβολής: 16:00. Τιμές εισιτηρίων: 7,00€ και 5,00€ (παιδικό έως 10 ετών, φοιτητικό,άνεργοι,πολύτεκνοι, Α.Μ.Ε.Α. και άνω των 65 ετών). Κάθε Δευτέρα και Τρίτη γενική είσοδος 5,00€ και κάθε Τετάρτη και Πέμπτη ένα εισιτήριο των 7,00€ για 2 άτομα (1+1).Από την Παρασκευή έως την Κυριακή για τις μεταγλωττισμένες ταινίες, γενική είσοδος 5,00€.Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη εκδίδονται μόνο εισιτήρια των 7,00€.


Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΓΑϊΔΑΡΟΣ (THE DONKEY KING) ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΜΕΝΟ

Περίληψη
Ο Μανγκού, ένας χαρούμενος και ανέμελος γαϊδαράκος, κάνει τα δικά του όνειρα μέχρι που -από τύχη- καταλήγει να θεωρείται ο πιο δημοφιλής διάδοχος του θρόνου, με αφορμή την επικείμενη αποχώρηση του βασιλιά λιονταριού. Δεν του περνάει από το μυαλό ότι πρόκειται για πλεκτάνη της δολοπλόκου αλεπούς που έχει τα δικά της κίνητρα και θέλει να θολώσει τα νερά της διαδοχής του λιονταριού. Θα καταφέρει ο Μανγκού να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να γίνει ο επόμενος αντάξιος βασιλιάς ή θα καταλήξει να είναι σκέτο πιόνι; Θα εκπληρώσει η πονηρή αλεπού τα δαιμόνια σχέδια της; Θα συνέλθει ποτέ το βασίλειο από το χάος;

Πληροφορίες
Σκηνοθεσία: Αζίζ Τζιντάνι
Ακούγονται οι: Θοδωρής Σμέρος, Νίκος Παπαδόπουλος, Βασίλης Μήλιος, Γιάννης Στεφόπουλος, Μιχάλης Κοιλάκος, Μαρία Ζερβού, Αργύρης Παυλίδης, Ανδρέας Ευαγγελάτος, Κωνσταντίνος Λάγκος, Γιάννης Πανταγιάς, Μιχάλης Κοιλάκος
Διάρκεια: 105 λεπτά
Είδος ταινίας: Κινούμενα σχέδια
Καταλληλότητα ταινίας: ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ



 Αίθουσα ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Το Σάββατο 31/10/2020 και την Κυριακή 01/11/2020. Ώρα προβολής: 16:15. Τιμές εισιτηρίων: 7,00€ και 5,00€ (παιδικό έως 10 ετών, φοιτητικό,άνεργοι,πολύτεκνοι, Α.Μ.Ε.Α. και άνω των 65 ετών). Κάθε Δευτέρα και Τρίτη γενική είσοδος 5,00€ και κάθε Τετάρτη και Πέμπτη ένα εισιτήριο των 7,00€ για 2 άτομα (1+1).Από την Παρασκευή έως την Κυριακή για τις μεταγλωττισμένες ταινίες, γενική είσοδος 5,00€.Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη εκδίδονται μόνο εισιτήρια των 7,00€.


ΣΑΝ ΤΟ ΣΚΥΛΟ ΜΕ ΤΗ ΓΑΤΑ 3 (CATS AND DOGS 3) ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΜΕΝΗ

Περίληψη
Έχουν περάσει 10 χρόνια από την Μεγάλη Συμφωνία, με ένα ιδιαίτερο σύστημα παρακολούθησης, όπου οι γάτες και οι σκύλοι έχουν σχεδιάσει και αναλάβει τον από κοινού έλεγχο του με σκοπό τη διατήρηση της ειρήνης και την αποτροπή οποιασδήποτε διαμάχης. Όμως, όταν ένας σατανικός παπαγάλος με άριστες τεχνολογικές γνώσεις διεισδύει στα ασύρματα δίκτυα για να χρησιμοποιήσει τις συχνότητες που μόνο οι γάτες και οι σκύλοι μπορούν να ακούσουν, θα τους οδηγήσει σε μία διαμάχη, η οποία θα επαναφέρει τον παγκόσμιο πόλεμο ανάμεσα στις γάτες και τους σκύλους. Πλέον, μία ομάδα άπειρων και ανειδίκευτων πρακτόρων θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν τα ζωώδη ένστικτά τους και να επαναφέρουν την τάξη και την παγκόσμια ειρήνη ανάμεσα στις γάτες και τους σκύλους.

 

Πληροφορίες
Σκηνοθεσία: Σον Μακναμάρα
Ακούγονται οι:
Διάρκεια: 84 λεπτά
Είδος ταινίας: Οικογενειακή κωμωδία δράσης
Καταλληλότητα ταινίας: ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ




Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2020

 Στα τέλη της δεκαετίας του ΄40 βρισκόταν στην Αμερική ο ηθοποιός του Κρατικού Θεάτρου Νίκος Κατσιώτης, ο οποίος συζητώντας με τον Τάλλας του διηγήθηκε πως την ημέρα που η Θεσσαλονίκη γιόρταζε την απελευθέρωσή της, το Νοέμβριο του 1944, στο τέλος της διαδήλωσης ακολουθούσε ένα τσούρμο από κουρελήδες πιτσιρικάδες οι οποίοι κρατούσαν ένα πανό που έγραφε «Ξυπόλητο Τάγμα». Ήταν τρόφιμοι ορφανοτροφείων της Θεσσαλονίκης τα οποία έκλεισαν οι Γερμανοί κι έτσι τα παιδιά βρέθηκαν στο δρόμο. Τα παιδιά για να επιβιώσουν μέσα στη σκλαβωμένη και λιμώττουσα Ελλάδα του 1943, συνέστησαν μια ηρωική συμμορία σαλταδόρων που έκλεβε τους Γερμανούς και τους μαυραγορίτες για να συντηρεί τα μέλη της κι όσους μπορούσε απ’ το φτωχό λαό που δυστυχούσε, ενώ παράλληλα βοηθούσε με διάφορους τρόπους την Αντίσταση.


Η διήγηση του Νίκου Κατσιώτη συγκλόνισε τον Τάλλας κι αποφάσισε να κάνει το «Ξυπόλητο Τάγμα» ταινία. Ανέπτυξαν μαζί το μύθο και ο Νίκος Κατσιώτης έγραψε το σενάριο. Ο Γκρεγκ Τάλλας, αποθαρρημένος από την υποτυπώδη κινηματογραφία της Ελλάδας εκείνη την εποχή, σκέφτηκε αρχικά να γυρίσει την ταινία στη Νάπολη, πόλη που θεωρούσε πως είχε μία περίεργη ομοιότητα, το ίδιο άρωμα, με τη Θεσσαλονίκη. Αλλά πάλι κάτι τον έτρωγε. Κι έτσι ήρθε στην Ελλάδα και γύρισε την ταινία στη Θεσσαλονίκη σε φυσικούς χώρους. Μόνο τη σκηνή της «μαύρης αγοράς» γύρισε για καθαρά πρακτικούς λόγους στην Αθήνα, στην περιοχή των Φυλακών Αβέρωφ, όπου και λειτουργούσε πραγματικά η μαύρη αγορά στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής.


Χρησιμοποίησε μόνο δύο επαγγελματίες ηθοποιούς, το Νίκο Φέρμα και τη Μαρία Κωστή. Όλοι οι άλλοι που έπαιξαν στην ταινία ήταν ερασιτέχνες. Τα 63 από τα 66 παιδιά που πήραν μέρος στα γυρίσματα, ο Γκρέγκ Τάλλας τα πήρε από αναμορφωτήρια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Η μηχανή λήψης ήταν του 1924 και χρησιμοποιήθηκαν μόνο έξι προβολείς για το φωτισμό.


Ο Τάλλας, δούλεψε την ταινία με μεράκι και πάθος. Αγάπησε όλα αυτά τα παιδιά κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και τον αγάπησαν κι αυτά. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σεκάνς των τίτλων δεν ήταν γραμμένη στο σενάριο. Η ιδέα ήρθε στο σκηνοθέτη κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων γιατί θέλησε να κάνει κάτι παραπάνω γι’ αυτά τα παιδιά, να τα δείξει περισσότερο. Και θεωρούσε ο ίδιος αυτή τη σεκάνς σαν την έκφραση της προσωπικής του ποίησης, σαν μια εντελώς ιδιαίτερη ποιητική φράση μέσα στην ταινία.


Το «Ξυπόλητο Τάγμα», είναι ένα απ’ τα καλύτερα δείγματα του ελληνικού νεορεαλισμού. Ασφαλώς το πρώτο ελληνικό νεορεαλιστικό φιλμ είναι το «Πικρό Ψωμί» (1951) του Γρηγόρη Γρηγορίου και η αυθεντικότερη έκφρασή του η «Μαύρη Γη» (1952) του Στέλιου Τατασόπουλου. Αλλά το «Ξυπόλητο Τάγμα» (1953), εκτός από τη νεορεαλιστική οπτική, ήταν και μια παραγωγή καλλιτεχνικά άρτια για τα δεδομένα της εποχής. Η φωτογραφία του Μιχάλη Γαζιάδη θαυμάσια. Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη –η πρώτη του για κινηματογραφική ταινία - καταπληκτική. Το σενάριο στέρεο. Τα κάδρα, ο ρυθμός, οι χώροι! Αλλά εκείνο που ξεχωρίζει είναι η ποιητική οπτική της σκηνοθεσίας και ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο ο Τάλλας διευθύνει τους δυο επαγγελματίες και τους δεκάδες ερασιτέχνες ηθοποιούς. Γι’ αυτό ήταν και η πρώτη ελληνική ταινία που κατόρθωσε να βραβευτεί σε διεθνές Φεστιβάλ. Πήρε το 1955 το Μέγα Βραβείο («Χρυσή Δάφνη») στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Εδιμβούργου, το οποίο είχε δημιουργήσει ο David O. Selznick.


Η παγκόσμια κριτική αναγνώρισε στην προσπάθεια αυτή του Γκρεγκ Τάλλας ένα επίτευγμα ανάλογο με του Ροσελίνι στην «Ρώμη Ανοχύρωτη Πόλη» και του Ντε Σίκα στον «Κλέφτη των Ποδηλάτων».


Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της ταινίας -σε συνδυασμό με τις συνθήκες παραγωγής- ήταν μια μεγάλη έκπληξη στην Αμερική. Γι’ αυτό και η διοίκηση της Ακαδημίας Καλών Τεχνών και Επιστημών διοργάνωσε την Κυριακή 8 Νοεμβρίου του 1953 στο Academy Award Theatre ειδική προβολή, τιμώντας έτσι για πρώτη φορά σκηνοθέτη μη αμερικάνικης παραγωγής. Μετά την προβολή ακολούθησε δίωρη συζήτηση όπου τα μέλη της Ακαδημίας υπέβαλαν ερωτήσεις στο σκηνοθέτη. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι αυτή η ταινία γυρίστηκε με τόσο λίγα τεχνικά μέσα. Για παράδειγμα, ο φωνολήπτης της Κολούμπια ήταν αδύνατο να πιστέψει πως αυτή η ταινία γυρίστηκε βουβή και πως είχαν επιτευχθεί τόσο άψογοι συγχρονισμοί στο ντουμπλάρισμα της ηχητικής μπάντας στην Ελλάδα!


Η σχέση του Γκρεγκ Τάλλας με την Ελλάδα


Ο Γκρεγκ Τάλλας, μετά το «Ξυπόλητο Τάγμα», διατήρησε σταθερούς δεσμούς με τα θεατρικά και κινηματογραφικά δρώμενα στην Ελλάδα. Δίδαξε στις κινηματογραφικές σχολές της εποχής και όλοι οι μαθητές του τον αποκαλούν «δάσκαλο». Ο Γκρεγκ Τάλλας και ο Χρήστος Βαχλιώτης ήταν σχεδόν οι μόνοι που είχαν την περίοδο εκείνη τα εφόδια για να διδάξουν κινηματογράφο. Έκανε εδώ κάποιες κινηματογραφικές δουλειές και παράλληλα δούλευε και στην Αμερική, την Ισπανία και την Ιταλία. Δεν κατόρθωσε πάντως ποτέ να μπει στην ελληνική νοοτροπία και κυρίως στη νοοτροπία του ελληνικού θεατρικού χώρου της εποχής. Οι αντιλήψεις του για ένα ρεαλιστικό – ποιητικό θέατρο σκόνταφταν πάνω στο στομφώδες παίξιμο της εποχής. Το 1958 σκηνοθέτησε στο Θέατρο Κυβέλη, τη «Γαλήνη» του Ηλία Βενέζη.


Η αγάπη του να δουλεύει με παιδιά ηθοποιούς τον οδήγησε στην απόφαση να σκηνοθετήσει το σήριαλ «Τα Ξύλινα Σπαθιά», βασισμένο στο βιβλίο του Παντελή Καλιότσου. Ήταν μια παραγωγή της ΕΡΤ. Αυτό ήταν και το κύκνειο άσμα του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη.


Ο Γκρεγκ Τάλλας  πέθανε στην Αθήνα το 1993 από καρδιακό επεισόδιο. Έμενε στην οδό Επτανήσου 33 στην Κυψέλη. Είχε προηγηθεί ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα που του συνέβη στην Αμερική, όπου είχε πάει να συναντήσει τον Τέλη Σαβάλας, ο οποίος θα πρωταγωνιστούσε στην επόμενη ταινία του.


Πηγή:flix.gr


Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020

 Από το NIGHT OF THE LIVING DEAD και μετά και ακόμα περισσότερο μετά το DAWN OF THE DEAD, τα ζόμπι έγιναν ένα από τα αγαπημένα θέματα των ταινιών τρόμου και των οπαδών της σκηνής. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι δεκάδες ταινίες με ζόμπι κυκλοφορούν κάθε χρόνο συνεχώς από την παγκόσμια ζόμπι- τρέλα που ξεκίνησε από την Αμερική, αλλά ωρίμασε στην Cinecita της Ιταλίας από το 1979 μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Σ’ αυτό το διάστημα τα ζόμπι είχαν την τιμητική τους στη φιλμογραφία του τρόμου, με δεκάδες παραλλαγές και αποκλίσεις από το βασικό μοντέλο που διατήρησαν το ενδιαφέρον του κοινού αμείωτο όλα αυτά τα χρόνια. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.


In the beginning


Η μόδα για την απόλαυση τέτοιων μακάβριων και απαγορευμένων θεμάτων όπως ο θάνατος και η επιστροφή άρχισε στις δεκαετίες του ’20 και ’30 και είχε δεσμούς με πραγματικά συμβάντα της ζωής.


Αρχή των πάντων έγινε με το αριστούργημα του Robert Wiene THE CABINET OF DR. CALIGARI (1919), όπου ο δολοφονικός πρωταγωνιστής Cesare, παρουσιάζεται ως υπνοβάτης και κατά τη διάρκεια της υπνοβασίας του επιδίδεται σε δολοφονικές πράξεις. Με μαεστρία ο εξπρεσιονιστής Wiene μέσω πλάνων των του νεκροταφείου μας δίνει να καταλάβουμε ότι ο ήρωας του στην πραγματικότητα μόλις επέστρεψε από το βασίλειο των νεκρών. Παρόντα όλα τα ατμοσφαιρικά στοιχεία που θα γίνουν στο μέλλον απαραίτητα συστατικά σε κάθε ταινία τρόμου, όπως η εφιαλτική ατμόσφαιρα, τονισμένη ακόμα περισσότερο από τη μουσική και τον φαινομενικά αόριστο εξπρεσιονιστικό τρόπο σκηνοθεσίας και τα κοντινά ζουμαρίσματα με τα οποία ο Wiene δείχνει ξεκάθαρα το συναίσθημα απειλής που είναι διάχυτο σε όλη τη διάρκεια της ταινίας.


Κι ενώ το φινάλε του THE CABINET OF DR. CALIGARI είναι ανοιχτό σε πληθώρα ερμηνειών με πολιτική και κοινωνική χροιά για το κυρίαρχο θέμα του, μιας και στο κατώφλι του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου οι παραγωγοί της ταινίας δήλωσαν ότι το ζόμπι τους παρομοίαζε τα εκατομμύρια νέων που παρά τη θέλησή τους στάλθηκαν στο θάνατο, οι μεταγενέστερες ταινίες, με αρχή το WHITE ZOMBIE (1932) δεν έφτασαν ούτε επιδερμικά τέτοια βάθη ανάλυσης και κοινωνικού προβληματισμού.


Το WHITE ZOMBIE, όντας ένα κανονικό παραμύθι, όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών ζόμπι, έχει τα πτώματα να ανασταίνονται μέσω της μαγείας, με στόχο τη χρήση τους ως εργάτες σε Αϊτινούς Μύλους ζάχαρης από τον σατανικό Murder Legendre (Bella Lugozi). Η ταινία, όπως και η συνέχειά της REVOLT OF THE ZOMBIES (1936), δεν έχουν καταφέρει να αντέξουν το πέρασμα του χρόνου, με μόνο την σχεδόν ψυχωτική ερμηνεία του Bella Lugozi να έχει περάσει το τεστ. Παράλληλα, οι ταινίες άρχισαν να ξεφεύγουν από τον τρόμο και να τείνουν προς την κωμωδία. Και λογικό ήταν, μιας και το κοινό δεν μπορούσε να βρει κάτι τρομακτικό πάνω στους κακούς, δηλαδή τα αγαπητά μας ζόμπι.


Η πιο αξιομνημόνευτη παραγωγή τα επόμενα χρόνια πρέπει να είναι το ατμοσφαιρικό I WALKED WITH A ZOMBIE (1943), παραγωγής Val Lewton, στο οποίο μια νεαρή νοσοκόμα προσλαμβάνεται από έναν μεγαλοαγρότη των Δυτ. Ινδιών για να προσέχει την κατατονική σύζυγό του, η οποία έχει μόνη φυσική ανταπόκριση το περπάτημα και οι ντόπιοι νομίζουν ότι είναι μία νεκροζώντανη.


Στην κατά τους κριτικούς καλύτερη συνεργασία των Val Lewton- Jacques Tourneur η ατμόσφαιρα κυριαρχεί και συνυπάρχει με τον τρόμο και τον ερωτισμό. Η ταινία έχει μείνει στην ιστορία για την σκηνή της νυχτερινής βόλτας των δύο ηρωίδων μέσα απ’ τα ζαχαροκάλαμα, που από πολλούς θεωρείται μια από τις καλύτερες του παγκόσμιου σινεμά, σε καμιά περίπτωση όμως δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια ταινία με ζόμπι, έτσι όπως θα μεταλλάσσονταν λίγα χρόνια αργότερα.


Και όταν λέμε «λίγα» εννοούμε κάτι λιγότερο από 25, αφού μετά κάποιες αμελητέες προσπάθειες όπως το I EAT YOUR SKIN (1964), οι επόμενες αξιομνημόνευτες αναφορές έρχονται από την Αγγλία και τα δοξασμένα στούντιο της Hammer με το PLAGUE OF THE ZOMBIES (1966). Εδώ, αν και η ιδέα της χρήσης των ζωντανών νεκρών για φτηνά εργατικά χέρια επαναλαμβάνεται, για πρώτη φορά βλέπουμε σε έντονη χρήση τα ειδικά εφέ στον τομέα του make up, μιας και τα ζόμπι σαπίζουν, όπως επιβάλλει η λογική. Μέχρι τότε τα μοναδικά ειδικά χαρακτηριστικά τους ήταν το κενό βλέμμα, το αργό περπάτημα και η έλλειψη ομιλίας. Η σήψη της σάρκας ήρθε σαν το επόμενο λογικό βήμα στην εξέλιξη των νεκροζώντανων.


Τα καλύτερα, όμως, έρχονταν 2 χρόνια αργότερα.


They’re coming to get you, Barbara!


Μια όμορφη βραδυά του 1966 στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ, τρεις φιλόδοξοι νεαροί κινηματογραφιστές σχεδίαζαν τον τρόπο με τον οποίο θα κάναν τα πρώτα τους βήματα στο Χόλυγουντ. Τελικά αποφάσισαν με τη βοήθεια διάφορων φίλων και γνωστών να μαζέψουν ένα γκρουπ επενδυτών οι οποίοι να ήταν διατεθειμένοι να δώσουν από 600 δολλάρια, και το τρίο να κάνει πραγματικότητα το όνειρό τους. Οι τρεις νέοι ήταν ο George Romero, ο John Russo και ο Richard Ricchi.


Μετά από προσεκτική σκέψη κατέληξαν ότι η ενδεδειγμένη λύση θα ήταν να γυρίσουν μια ταινία τρόμου, μιας και εκείνη την εποχή η τοπική τηλεόραση έδειχνε κακοφτιαγμένες ταινίες τρόμου κατά δεκάδες και το είδος είχε μεγάλη πέραση. Όμως οι τρεις κατάλαβαν ότι για να πετύχουν το στόχο τους, έπρεπε να δώσουν στο κοινό κάτι που δεν είχε ξαναδεί. Κάτι συναρπαστικό, όσο και μακάβριο που θα εξίταρε τη φαντασία και θα δημιουργούσε ανυπομονησία στο κοινό, που είχε αρχίσει να κουράζεται από τις συνεχείς b- movies της εποχής με επιθέσεις τεράτων από το διάστημα που όχι μόνο δεν τρόμαζαν, αλλά αντίθετα πήγαιναν προς τη γελοιότητα.


Έτσι, οι τρεις άρχισαν να δουλεύουν πάνω στο σενάριο της Νύχτας των Ζωντανών Νεκρών. Στην αρχή η ιδέα των νεκρών που επανέρχονταν στη ζωή με τη συνδρομή κάποιας ακαθόριστης δύναμης από το διάστημα έμοιαζε εξίσου γελοία με τις επιθέσεις των γιγάντιων καβουριών και άλλων πλασμάτων από το διάστημα που είχαν κατακλύσει τις αίθουσες την εποχή.


Όμως, η ιδέα ότι οι ζωντανοί νεκροί θα είχαν ακόρεστη πείνα για ανθρώπινη σάρκα δημιούργησε το κλίμα που οι τρεις νέοι επιθυμούσαν, μιας και η πιθανότητα για ακραίο gore προσέλκυσε το ενδιαφέρον κοινού και κριτικών σχεδόν αμέσως. Αυτή είναι και η καινοτομία που προσέφερε ο Romero στο σινεμά τρόμου, και συγκεκριμένα στο υπό ίδρυση είδος των ταινιών με ζόμπι. Ο τρόμος του να φαγωθεί κάποιος ζωντανός αρκεί για να προσελκύει μέχρι και σήμερα το κοινό στα σινεμά και να κρατάει τα ζόμπι στη μόδα, εκεί που άλλοι παραδοσιακοί σκοτεινοί ήρωες, όπως ο Δράκουλας ή ο Λυκάνθρωπος εμφανίζονται όλο και πιο σπάνια στο πανί.


Έτσι, καθώς γραφόταν το σενάριο και γινόταν προσπάθεια συγκέντρωσης του budget, που η ιστορία έγραψε ότι έφτασε μόλις τις 120.000 δολάρια, οι τρεις ιθύνοντες άρχισαν την επιλογή προσώπων για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Judith O’Dea, Karl Hardman, Marilyn Eastman, όλοι είχαν μια σχετική προϊστορία στην ηθοποιία, αλλά το επερχόμενο NOTLD ήταν η ευκαιρία που έψαχναν.


Η Judith O'Dea θυμάται σε μια συνέντευξη ότι δεν είχε ψευδαισθήσεις για το είδος ταινίας στο οποίο θα πρωταγωνιστούσε, σίγουρη ότι θα επρόκειτο καθαρά για μια εμπορική ταινία, η ίδια όμως θεώρησε καλές τις πιθανότητες να απογειώσει την καριέρα της. Μάλιστα, πολλοί από τους πρωταγωνιστές έδωσαν…φακελάκια στον Romero και την παρέα του, μιας και πίστευαν δικαίως ότι κάτι τέτοιο ίσως να αύξανε τις πιθανότητές τους για να πάρουν τους ρόλους.


Judith Ο'DeaΟ κύριος πρωταγωνιστής, όμως του NOTLD ήταν ο Duane Jones, ο σκληρός Ben της ταινίας, ο οποίος ήδη είχε ένα καλό όνομα ως ηθοποιός και μοντέλο. Σύμφωνα με τον ίδιο, σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις πριν το θάνατό του το 1988, η ομορφιά με τους δημιουργούς του NOTLD ήταν ότι θέματα όπως χρώμα και φυλή δεν τους απασχολούσαν (σ.σ. ο Duane Jones ήταν έγχρωμος).




Έτσι το 1967, η ομάδα γυρίσματος άρχισε το δύσκολο έργο τους σε ένα προάστιο του Πίτσμπουργκ της Πενσυλβάνια. Οι συνθήκες γυρισμάτων ήταν αρκετά δύσκολες, με πολλές 24ωρες ημέρες γυρίσματος, νυχτερινά γυρίσματα, σκόνη και χώμα. Όλοι όμως οι συντελεστές είχαν την σιγουριά ότι, παρά τις δυσκολίες, παρά τον χαμηλό προϋπολογισμό, το NOTLD ήταν προορισμένο για μεγαλύτερα πράγματα από την μία εβδομάδα προβολής στα Αμερικάνικα Drive-in.


Αυτό ήταν κάτι εμφανές, μιας και το NOTLD είχε αρκετές καινοτομίες για το σινεμά τρόμου της εποχής. Πρώτα απ’ όλα η φύση των «τεράτων» της ταινίας. Συνήθως τα τέρατα έχουν πολύ μικρό χρόνο στην οθόνη, κρύβονται, εμφανίζονται μετά από ώρα στα πλάνα, κυρίως στο φινάλε. Στο NOTLD εμφανίζονταν αμέσως, και ήταν εξίσου απειλητικά και τρομακτικά, αν όχι περισσότερο με οποιοδήποτε οκταποειδές τέρας που είχε εμφανιστεί το σινεμά μέχρι τότε.




Ένα άλλο καινοτόμο χαρακτηριστικό ήταν οι θάνατοι πολλών από τους «καλούς» πρωταγωνιστές, κάτι που δεν συνηθιζόταν μέχρι τότε, όπως επίσης δεν συνηθιζόταν να βλέπει κανείς «χλωμά» πρόσωπα να μασουλάν τη σάρκα των θυμάτων τους! Αυτά τα στοιχεία, μεταξύ άλλων, έκαναν τους πρωταγωνιστές να μιλούν για καλές πιθανότητες εμπορικής επιτυχίας του NOTLD.


Κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά το 1968, όπου και η ταινία έκανε το ντεμπούτο της στις Αμερικάνικες αίθουσες. Πολύ γρήγορα, η ταινία έκανε τεράστια αίσθηση τόσο στους κύκλους του τρόμου, όσο και στο ευρύτερο κοινό. Η αθανασία είχε επιτευχθεί για τον Romero και την παρέα του, μιας και το NOTLD απέκτησε σχεδόν άμεσα τον χαρακτηρισμό του «κλασσικού», ακόμα και από τους παραδοσιακά δύσκολους στις ταινίες τρόμου κριτικούς, οι οποίοι αναγνώρισαν τη δύναμη, την ωμότητα και την αποτελεσματικότητά του.


Και παρόλο που, τελικά, οι πολλές οικονομικές ατασθαλίες και κακοδιαχείριση δεν επέτρεψαν στους δημιουργούς να δουν και πολλά από τα χρήματα που κέρδισε το NOTLD, το στοίχημα της επιτυχίας ήταν ήδη κερδισμένο.


Το NOTLD άνοιξε τις πόρτες της αναγνώρισης για τους συντελεστές του, σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό. Ο Romero αναμφίβολα απόλαυσε τη μερίδα του λέοντος, μιας και η καριέρα του απογειώθηκε, βγάζοντας τις εξίσου κλασσικές συνέχειες DAWN OF THE DEAD και DAY OF THE DEAD, αλλά και οι υπόλοιποι απόλαυσαν τα «15 λεπτά δόξας τους», που σε πολλές περιπτώσεις διαρκούν μέχρι σήμερα. Πάντως πολλοί, όπως πχ η τότε μικρή Kyra Schon και η Judy Judy Ridley παραδέχονται ότι από πλευράς καριέρας το NOTLD δεν τους βοήθησε και πολύ. Αυτό που αναγνωρίζουν και οι δύο είναι ότι η συμμετοχή τους σ’ αυτό το έπος της σκηνής του τρόμου έφερε την αναγνώριση, έστω και σε επίπεδο οπτικής αναγνώρισης από φίλους της ταινίας στο δρόμο, ενώ εντύπωση τους προκαλεί η αγάπη του κοινού για την ταινία ακόμα και σήμερα, κοντά 40 χρόνια από την πρώτη προβολή της.


Και ακόμα και σήμερα κάποια πράγματα είναι καθαρά. Το NOTLD είναι ίσως η ταινία που επηρέασε περισσότερο από κάθε άλλη τη σκηνή του τρόμου, θέτοντας τα στάνταρντς για το αίμα και gore που θα γινόταν αναπόσπαστο κομμάτι τους από εκεί και πέρα, και απέδειξε με πανηγυρικό τρόπο ότι δεν χρειάζεται κανείς να έχει εκατομμύρια δολάρια για να κάνει κάτι καλό, αρκεί να έχει ταλέντο, διάθεση και περίσσιο ενθουσιασμό. Πέρα απ’ αυτά, το NOTLD ουσιαστικά σηματοδότησε το τέλος της εποχής του γοτθικού τρόμου του Mario Bava, της Hammer films και του κύκλου του Edgar Alan Poe του μεγάλου Roger Corman, και εγκαινίασε την χρυσή περίοδο της Αμερικάνικης βιομηχανίας τρόμου, που τελείωσε τόσο απότομα όσο άρχισε με το που εμφανίστηκε στα σινεμά το FRIDAY THE 13TH PART 2.




Let Sleeping Corpses Lie (Ισπανικό Πόστερ)Παρ’ όλη την καινοτόμα φύση του και την τρομακτική επιτυχία που είχε σε όλους τους τομείς, το NOTLD περιέργως δεν έδωσε το σύνθημα σε πολλούς άλλους σκηνοθέτες της εποχής για να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Romero και της παρέας του. Ελάχιστες ταινίες με ζόμπι κυκλοφόρησαν από το 1969 μέχρι το 1978, με περισσότερο άξιες αναφοράς τα CHILDREN SHOULDN’T PLAY WITH DEAD THINGS του πολυτάλαντου αλλά αδικημένου από την παγκόσμια σκηνή Bob Clark και το καταπληκτικό LET SLEEPING CORPSES LIE του Jorge Grau. Και οι δυο ταινίες ξεχωρίζουν ακόμα και σήμερα γιατί δεν προσπάθησαν απλά να αντιγράψουν το NOTLD για λόγους κονόμας, αλλά είχαν το προσωπικό τους όραμα και την ποιότητα ώστε σήμερα να θεωρούνται δυο κλασσικές ταινίες του είδους.




Children Shouldn't Play With Dead ThingsΑπό πλευράς χαρακτηριστικών, τόσο το CHILDREN… όσο και το LET… ουσιαστικά συνέχισαν από εκεί που σταμάτησε ο Romero και το NOTLD, με απειλητικά αλλά όχι ιδιαιτέρως μακιγιαρισμένα ζόμπι, που ναι μεν ήταν όσο ανθρωποφάγα όσο και οι γηραιότεροι συνάδελφοί τους, αλλά που τελικά δεν στήριξαν τον τρόμο που προκαλούσαν στο κοινό με λεπτομερή gore ειδικά εφέ και λίτρα αίματος. Για να επιδώσουμε, βέβαια, τα εύσημα εκεί που το αξίζουν, το LET SLEEPING CORPSES LIE είχε αρκετά περισσότερο gore τόσο από το NOTLD όσο και από το CHILDREN SHOULDN’T PLAY WITH DEAD THINGS, και υπήρξε πρωτοπόρο σε αυτόν τον τομέα. Όχι τυχαία, οι λίγες αλλά δυνατές σπλατεριές της ταινίες πετσοκόφτηκαν στις περισσότερες εκδόσεις της, συμπεριλαμβανομένης και της αστείας Ελληνικής μεταγλωττισμένης στα Γερμανικά έκδοσης VHS με τίτλο INVASION DER ZOMBIES και η ταινία απέκτησε για αυτό το λόγο διαβόητη φήμη για ένα χρονικό διάστημα, κάτι που κατά την άποψή μου την αδικεί κατάφωρα. Πάντως, ο συναγερμός δόθηκε στη σκηνή του τρόμου, τον οποίο άκουσε ο Romero και απάντησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Children Shouldn't Play With Dead Things

Εκτός, όμως, από τη σημασία του LET SLEEPING CORPSES LIE στον τομέα του αιματηρού θεάματος, είδαμε για πρώτη φορά και έντονο κοινωνικό προβληματισμό, με τη δράση των ζόμπι να αποδίδεται σε μη φυσιολογική χρήση της τεχνολογίας. Μια μηχανή που κατασκευάστηκε για να σκοτώνει τα ζωύφια από τα σπαρτά στάθηκε η αιτία για να εκδικηθεί με μανία η φύση απέναντι στον άνθρωπο. Ένας προβληματισμός που επεκτάθηκε και σε άλλα επίπεδα σκέψης με το μνημειώδες DAWN OF THE DEAD.






Love Bites! - DAWN OF THE DEADΗ επανάσταση στις ταινίες με ζόμπι, αλλά και στο σινεμά τρόμου γενικότερα ήρθε το 1978 όταν ο Geroge Romero μαζί με τον κολλητό και πρώτο όνομα του Ιταλικού τρόμου της εποχής, Dario Argento, έκαναν το DAWN OF THE DEAD, την ταινία που θεωρείται από πολλούς η κλασσικότερη και ίσως η καλύτερη όλων των εποχών για το είδος. Ο Argento μόλις άκουσε ότι ο Romero σχεδιάζει sequel του NOTLD, τον κάλεσε στη Ρώμη για να γράψει ανενόχλητος το σενάριο, χωρίς τίποτα να τον αποσπάει. Πράγματι, ο Romero το ξεπέταξε μέσα σε 3 βδομάδες την ώρα που ο Argento έγραφε μαζί με τους Goblin τη μουσική και μάζευε κεφάλαια για την παραγωγή.

Το κεφάλι μου πάει να σπάσει! - DAWN OF THE DEAD

Με το αστείο ακόμα για τα δεδομένα της εποχής προϋπολογισμό των 500.000 δολαρίων, οι δύο έγραψαν ακόμα μια χρυσή σελίδα στο παγκόσμιο σινεμά τρόμου και ταυτόχρονα άνοιξε μια νέα εποχή στα ειδικά εφέ μακιγιάζ με τη μνημειώδη δουλειά του Tom Savini.


Το DAWN OF THE DEAD έδειξε για πρώτη φορά αυτά που άλλοι φοβόντουσαν ή απλά δεν διανοούνταν καν να δείξουν. Τα ζόμπι του DAWN δάγκωναν και μάλιστα άσχημα, κόβοντας ολόκληρα κομμάτια σάρκας από τα θύματά τους, όλα δοσμένα με πρωτοφανή λεπτομέρεια από τους Romero, Argento και του ανερχόμενου μάγου των σπλάτερ εφέ Tom Savini. Εντόσθια που κατασπαράζονται, κεφάλια που κομματιάζονται από έλικες ελικοπτέρου και άλλα συναφή θεάματα έκαναν ίσως για πρώτη φορά την εμφάνισή τους στη μεγάλη οθόνη σε τέτοιο βαθμό ρεαλισμού και αληθοφάνειας.

Νομίζεις ότι δεν σε φτάνω; - DAWN OF THE DEAD

Κάτι τέτοιο έμοιαζε αναπόφευκτο την εποχή. Ταινίες όπως το LET SLEEPING CORPSES LIE απέδειξαν με την, έστω περιορισμένη, χρήση ειδικών gore εφέ ότι οι ζωντανοί νεκροί ήταν πολύ πιο απειλητικοί και τρομακτικοί όταν το κοινό τους βλέπει εν δράση και όχι όταν οι πράξεις τους απλώς εννοούνται, όπως στα NIGHT OF THE LIVING DEAD και CHILDREN SHOULDN’T PLAY WITH DEAD THINGS.


Η επίδραση του DAWN OF THE DEAD στην σκηνή του τρόμου της εποχής ήταν κατακλυσμική. Κατ’ αρχάς, ήταν η σπίθα που προκάλεσε την πρωτοφανή έκρηξη του Ιταλικού αιματηρού exploitation, δημιουργώντας ουσιαστικά σκηνοθέτες και ταινίες ορόσημα που από εκεί και μετά θα κινούσαν τα νήματα στην παγκόσμια σκηνή. Ονόματα όπως του μεγάλου Lucio Fulci θα ταυτίζονταν με το gore και την σκηνή του τρόμου, ενώ άλλοι που προηγουμένως δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με το συγκεκριμένο είδος (όπως πχ Umberto Lenzi, Ruggero Deodato, Sergio Martino κλπ) άρχισαν να πέφτουν με τα μούτρα, κυκλοφορώντας την μια σπλατεριά μετά την άλλη.

Δεύτερον, ουσιαστικά ίδρυσε την κινηματογραφική σχολή των σαρκοφάγων ζόμπι, που συνεχίστηκε και μετά την παρακμή της Ιταλικής σχολής και συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, αν και σε αρκετά μικρότερο βαθμό.


Πέρα, όμως, από τα ειδικά εφέ και τις σκηνές gore, το DAWN OF THE DEAD, όπως και το NOTLD αλλά και το μεταγενέστερο και παρεξηγημένο τρίτο μέρος της τριλογίας, DAY OF THE DEAD, έδειξε στοιχεία πραγματικής έμπνευσης από τους δημιουργούς, στοιχεία που δεν συναντάμε πολύ συχνά σε ταινίες από το βασίλειο των ζωντανών νεκρών. Το σύνθετο επίπεδο προβληματισμού του Romero έκανε το DAWN OF THE DEAD προσβάσιμο και στο ευρύτερο κοινό που δεν χαρακτηριζόταν ως κοινό των ταινιών τρόμου.



Σε ολόκληρη την τριλογία των ζωντανών νεκρών, ο Romero καταπιάστηκε σε ένα βαθμό με την κοινωνία και τους Αμερικάνικους θεσμούς όπως της οικογένειας (στο NOTLD), της καπιταλιστικής οικονομικής κατάστασης της κοινωνίας (στο DAWN OF THE DEAD) και της δύναμης και ασυδοσίας της εξουσίας (στο DAY OF THE DEAD).


Αυτοί οι προβληματισμοί και οι συσχετισμοί που κάνει ο Romero στο DAWN OF THE DEAD έχουν εφαρμογή σε κάθε ανεπτυγμένη κοινωνία στον κόσμο. Συνεχής και ανούσιος καταναλωτισμός που στην ταινία ενσαρκώνεται από το Πολυκατάστημα στο οποίο διαφεύγουν οι πρωταγωνιστές προσπαθώντας να ξεφύγουν από τα πεινασμένα ζόμπι, που επίσης πηγαίνουν στο εμπορικό κέντρο, σαν να τους τραβάει εκεί μια αόρατη δύναμη. Ένας από τους πρωταγωνιστές στην ταινία υποθέτει ότι πήγαν εκεί επειδή τους θυμίζει τις αντίστοιχες βόλτες τους πριν αποκτήσουν το χλωμό γκρίζο χρώμα και τις αποκλίνουσες διατροφικές συνήθειες. Όμως τα ζόμπι που βολοδέρνουν χωρίς κατεύθυνση και σκοπό στο εμπορικό κέντρο δεν θυμίζουν πολλούς από τους συμπολίτες μας σήμερα, που ουσιαστικά ο καταναλωτισμός και η αφθονία τους έχει μετατρέψει σε «ζόμπι» που βάζουν σχεδόν μηχανικά το χέρι στο πορτοφόλι, και η διασκέδασή τους τα Σαββατοκύριακα περιορίζεται σε μια βόλτα στα μαγαζιά;




Όπως ακριβώς είχε γίνει και με το NOTLD, που παρόλη την καθολική αναγνώριση από την παγκόσμια κινηματογραφική κοινότητα, οι επιρροές του στις μεταγενέστερες ταινίες δεν πολυφαίνονται, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις (πχ ASSAULT ON PRECINCT 13), έτσι και το DAWN OF THE DEAD έμελλε να είναι η ταινία που ναι μεν θα μεταμόρφωνε το Ιταλικό σινεμά τρόμου για ορισμένα χρόνια, αλλά δεν θα έδινε τα στοιχεία τις επιτυχίας στο αντίστοιχο Αμερικάνικο, που την ίδια στιγμή υπέγραφε την καταδίκη του.


Βλέπετε, οι ιθύνοντες του Χόλυγουντ γλυκάθηκαν πολύ περισσότερο από το φρέσκο χρήμα. Έτσι, αντί να ακολουθήσουν το παράδειγμα του DAWN OF THE DEAD, προτιμήθηκε σε μια σιωπηρή συνομωσία το «πιασάρικο» και κενό περιεχομένου θέαμα της σειράς FRIDAY THE 13TH, μια συνταγή που σήμανε την απότομη πτώση της σκηνής που έφτασε στο αποκορύφωμά της με το DAWN OF THE DEAD και από τότε υποβιβάστηκε σε διαγωνισμό ουρλιαχτών από γυμνόστηθες φοιτήτριες που τρέχουν σε κατασκηνώσεις για να γλιτώσουν το προβλέψιμο φονικό όπλο του Jason και του κάθε Jason.


Από τότε ακριβώς άρχισε η πτώση της παγκόσμιας βιομηχανίας τρόμου, με μόνο ελάχιστες από τις ταινίες που κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του ’80 να ξεφεύγουν από το ρουτινιάρικο μοτίβο του slasher που καθιερώθηκε μετά από την ταινία του Sean S. Cunningham, αλλά αυτή είναι μια άλλη πολύ μεγάλη ιστορία.


Πηγή:b-movies.gr