Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Σε αρκετά γνωστά τραγούδια οι στίχοι αποτελούν είτε νοηματικά είτε γραμματικά μυστήριο για αρκετό κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, απομνημονεύονται εύκολα και τραγουδιούνται συχνά πυκνά.Ένα τέτοιο τραγούδι είναι και το «Ζαβαρακατρανέμια»
       
Γραμμένο από τον Μαρκόπουλο και ερμηνευμένο από τον θρυλικό Νίκο Ξυλούρη τα δύσκολα χρόνια της χούντας, το Zαβαρακατρανέμια εκφράζει την αντίσταση των δημιουργών στη λογοκρισία και τη γενικότερη καταπίεση της επταετίας.

Το τραγούδησε για πρώτη φορά ο Νίκος Ξυλούρης το 1968 στο δίσκο «Επιχείρησις Απόλλων».Εκείνη την εποχή απαγορευόταν να ακούγονται επαναστατικά τραγούδια κι έτσι έπρεπε να βρεθεί ο τρόπος εκείνος που θα μετέδιδε στον κόσμο ένα κρυφό μήνυμα…

Δώθηκαν πολλές εκδοχές για το τι μπορεί να σημαίνουν. Ο ίδιος ο Γιάννης Μαρκόπουλος πολλά χρόνια αργότερα θα λύσει το μυστήριο εξηγώντας:

«Αλληλούια» = αλληλουχία,   «ζάβαρα» = λάβαρα,   «κάτρα» = μαύρα,   «νάμα» = βάπτισμα,  «λάμα» = το μαχαίρι,   «νέμια» = Ανέμισαν,   «ίλεος» = Έλεος

Δηλαδή:   

Ζάβαρα κάτρα νέμια =  Λάβαρα Μαύρα Ανέμισαν
Έλεος, Έλεος =  Ίλεος Ίλεος
Λάμα Λάμα Νάμα Νάμα Νέμια =  Το μαχαίρι, το μαχαίρι μάνα μάνα  ανέμισαν.

Η ταινία “Νοκ Άουτ” προβλήθηκε το 1986.Η σκηνοθεσία και το σενάριο ανήκουν στον Παύλο Τάσιο. Η ταινία είναι εξαιρετική, μπορείς να την χαρακτηρίσεις κωμωδία αλλά και δράμα με μεγάλες δόσεις σαρκασμού και με ιδιαίτερο νόημα για τις γενικές σχέσεις των ανθρώπων.

 Στο «Νοκ άουτ» (1986), ο Γιώργος Κιμούλης κυριαρχεί στο ρόλο ενός μπερδεμένου, συνεχώς σε αδιέξοδα νέου, που επιχειρεί συνεχώς να αυτοκτονήσει.

«Νοκ Αουτ» σε μια γυμνή εποχή που ζούμε. Ο Γιώργος σαν καλός θεατρίνος που είναι κάνει διάφορες περίεργες απόπειρες αυτοκτονίας μπροστά στον φίλο του γνωρίζοντας ότι τελικά εκείνος θα προλάβει να τον σώσει. Είναι όμως πραγματικά απελπισμένος και έτσι απομακρύνει όποιον ενδιαφέρεται για τα προβλήματα του. Διαλύει το δεσμό του με την Κατερίνα που τον αγαπάει και πιστεύει σε αυτόν. Ξαφνικά εμφανίζεται στην υπόθεση ο τύπος εκείνος που είναι καταλύτης στην ιστορία του και ο Γιώργος έρχεται στ' αλήθεια αντιμέτωπος με το θάνατο....


Η ταινία απέσπασε το πρώτο βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο 27ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το βραβείο μοντάζ (Γιάννης Τσιτσόπουλος) και το βραβείο Σκηνοθεσίας, ενώ ο Γιώργος Κιμούλης και ο Φάνης Χηνάς παίρνουν το Βραβείο Α΄ και Β΄ αντρικού ρόλου αντίστοιχα.

Ο Σκηνοθέτης της ταινίας ,ο Πάυλος Τάσιος έγραψε,  αυτός ο αυτοδίδακτος, όπως και πολλοί άλλοι της γενιάς του, τη δική του σημαντική ιστορία με ένα κινηματογραφικό στίγμα διαφορετικό από αυτό της «Φίνος Φιλμ».

Ο Παύλος Τάσιος, σκηνοθέτης των ταινιών «Βαρύ πεπόνι» και «Παραγγελιά», διακρίθηκε όχι μόνο ως μάστορας της τέχνης του, αλλά κυρίως για τη δύναμη και την οξυδέρκεια μιας σειράς ρεαλιστικών ταινιών κοινωνικής κριτικής, που ταυτίστηκαν με την εποχή της Μεταπολίτευσης, τους συνδικαλιστικούς προβληματισμούς και τις πολιτικές ζυμώσεις της.


Από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες των 80ς. Αστεία και ταυτόχρονα πικρή, ένα χρονικό πάνω στις φοβίες του σύγχρονου ανθρώπου. Κ.Τασσιο που ειστε κρυμμένος τα τελευταία χρόνια;

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020

Copacabana:`Ενα τραγούδι με ευχάριστη μουσική, κρύβει μια τραγική ιστορία που ίσως δεν έχουμε προσέξει...

Κυκλοφόρησε το 1978 ως το τρίτο και τελευταίο single από το πέμπτο studio album του Barry Manilow. , Even Now (1978).

Το τραγούδι ήταν εμπνευσμένο από μια συνομιλία μεταξύ του Manilow και του στιχουργού Bruce  Sussman στο ξενοδοχείο Copacabana στο Ρίο ντε Τζανέιρο, όταν συζήτησαν αν υπήρχε ποτέ  τραγούδι που να  ονομάζεται "Copacabana". Αφού επέστρεψε στις ΗΠΑ, ο Manilow - ο οποίος στη δεκαετία του 1960 ήταν τακτικός επισκέπτης στο  Copacabana nightclub στη Νέα Υόρκη - πρότεινε στούς  Bruce  Sussman καιJack Feldman να  γράψουν τους στίχους σε ένα τραγούδι που αναφέρεται σε μια ιστορία που ενέπνευσε τον Manilow να διηγηθεί. Το έκαναν και ο Manilow συνέθεσε τη μουσική.

Οι στίχοι του τραγουδιού αναφέρονται στο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης Copacabana, "το πιο καυτό σημείο βόρεια της Νέας Υόρκης. Η ιστορία ξεκινάει στα τέλη της δεκαετίας του 1940, επικεντρώθηκε στην Λόλα, ένα κορίτσι  στη Κοπακαμπάνα, και στον αγαπημένο της Τόνυ, μπάρμαν  και ιδιοκτήτης στη λέσχη.

Μια νύχτα, ένας γκάνγκστερ,αρχηγός μια συμμορίας που ονομάζεται Rico παίρνει την Lola απ το χέρι , ενώ προσπαθεί να την αποπλανήσει και επιτίθεται από τον Tony.

Ωστόσο εξελίσσεται άσχημα η τροπή της υπόθεσης καθώς ο Tony πυροβολείται απο τον Rico και σκοτώνεται .Τα χρόνια περνούν και βρίσκουμε την Lola τριάντα χρόνια αργότερα να έχει πια χάσει το μυαλό της απ την απώλεια του αγαπημένου της.
Το "Marnie" είναι η ταινία στην οποία η μέθοδος του Hitchcock φτάνει στο σημείο θραύσης - όπου ο Hitchcock, ο κύριος του ελέγχου, χάνει τον έλεγχο. Όταν έβλεπα για πρώτη φορά την ταινία, πριν από δύο χρόνια , δεν γνώριζα ακόμα την τρομακτική ιστορία της δημιουργίας της . Το ίδιο το δράμα είναι μια ιστορία της σεξουαλικής βίας, η οποία προκαλείται τόσο σωματικά όσο και διανοητικά από τον ηγετικό αρσενικό χαρακτήρα, έναν πλούσιο επιχειρηματία που ονομάζεται Mark Rutland (τον υποδύθηκε ο Sean Connery) .

Η ταινία βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Ουίνστον Γκρέιαμ. Κυριαρχούν τα γκρο-πλάνα, οι λήψεις με πλάγια μηχανή. Η ψυχανάλυση στην ταινία αυτή, είναι ένα ακόμα επαναλαμβανόμενο χιτσκοκικό μοτίβο. Η Μάρνι είναι το θηλυκό αντίστοιχο του Νόρμαν Μπέητς, με τη διαφορά πως εδώ, μέσα από μια στοιχειώδη ψυχαναλυτική θεραπεία, απελευθερώνεται από «τα σεξουαλικά φαντάσματά της (και αφομοιώνεται) μέσα στο κοινωνικό είναι».

Μια ταινία που ήρθε αμέσως μετά τις τεράστιες επιτυχίες και τα μεγάλα αριστουργήματα του Αλφρεντ Χίτσκοκ («Vertigo», «Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων», «Psycho», «Τα Πουλιά») για να δοκιμάσει την παντοδυναμία του και μαζί την αντοχή του κοινού στην πιο προσωπική και ταυτόχρονα παράξενη ταινία απ’ όλες τις παραπάνω.

Η μουσική είναι σύνθεση  του μεγάλου Bernard Herrmann ,εξαιρετικές συνεργασίες με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ ειδικά τεράστιο έργο η ατμοισφαιρικη μουσική του Ψυχώ. Η Marnie σημείωσε επίσης το τέλος των συνεργασιών του Hitchcock με τον κινηματογραφιστή Robert Burks (12η ταινία του με τον  Hitchcock) και τον συντάκτη George Tomasini (ο οποίος πέθανε αργότερα μέσα στο έτος).

Η σκηνοθεσια του Χιτσκοκ αν και κανει περιληψη εμμονων (ζηλια, κλεπτομανια, σεξουαλικη ψυχροτητα, παιδικα τραυματα) ειναι πραγματικα μεγαλειωδης με αποτελεσμα τη δημιουργια ενος συγκλονιστικου θριλερ – μαθηματος του σασπενς και της υποβλητικης τεχνης που παραμενει αξεχαστο.

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020

ΈΝΙΟ ΜΟΡΙΚΟΝΕ: Ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια της κινηματογραφικής μουσικής. Ο ακούραστος συνθέτης, εξακολουθεί και γράφει μουσική ακόμα και σήμερα.

Έχει γράψει μουσική για περισσότερες από 500 ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, καθώς και σύγχρονα έργα κλασσικής μουσικής. Η καριέρα του περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ειδών μουσικής σύνθεσης, καθιστώντας τον έναν από τους πιο πολύπλευρους, παραγωγικούς και με επιρροή συνθέτες μουσικής για ταινίες όλων των εποχών.

Χωρίς αυτόν δεν θα 'χαμε σήμερα Χανς Ζίμερ, Τζέημς Χόρνερ,,Ντάνυ Έλφμαν κ.α.. Γιατί αυτός δίδαξε τους καλύτερους της εποχής του (Γουίλιαμς, Μπέρνστιν). Γιατί κρύβεται πίσω από τις πιο πολλές και πιο σπουδαίες δουλειές από όλους τους υπόλοιπους μαζί. Μα πάνω απ' όλα, γιατί αυτός ο τύπος έκανε το απίστευτο: πήρε τη μουσική κι από κομπάρσο την έκανε πρωταγωνιστή.

Λέγεται ότι ο Μορικόνε ήταν έξι ετών όταν συνέθεσε για πρώτη φορά μουσική. Ο πατέρας του έπαιζε τρομπέτα. Ήταν λοιπόν επόμενο ο μικρός Ένιο να ξεκινήσει την πορεία του από αυτό το όργανο.

Ωστόσο, το όνομά του είναι συνδεδεμένο με το σινεμά, καθώς το σημάδεψε με τις μελωδίες του, πολλές φορές άγριες και σπαραχτικές, μοναδικά ξεχωριστές και ιδιοφυείς, ενώ δεν είναι υπερβολή να σημειωθεί ότι πολλές ταινίες θα μείνουν στην αιωνιότητα μόνο και μόνο γιατί αυτός έχει γράψει τη μουσική.

Από κωμωδίες μέχρι δράμα, θρίλερ και ιστορικές ταινίες. Αρκετές από τις συνθέσεις του γνώρισαν εμπορική επιτυχία, όπως το The Ecstasy of Gold, μουσικό θέμα της ταινίας Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος, το A Man with Harmonica, το Here's to You, το οποίο ερμηνεύθηκε από την Τζόαν Μπαέζ, και το Chi Mai.

Για μια χούφτα δολάρια-A Fistful of Dollars (1964) , Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος-The Good, the Bad and the Ugly (1966) ,Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος-The Good, the Bad and the Ugly (1966) ,Κάποτε στη Δύση-Once Upon a Time in the West (1968) ,Mανταλένα-Maddalena (1971),Κάποτε στην Αμερική-Once Upon a Time in America (1984) ,Η αποστολή-The Mission (1986) ,Οι αδιάφθοροι-The Untouchables (1987) ,Σινεμά ο Παράδεισος-Cinema Paradiso (1989), O θρύλος του 1900-The Legend of 1900 (1998) ,Μαλένα-Malèna (2000) είναι μερικά απ τα αριστουργηματά του.

Πολύπλευρος, παραγωγικός και επιδραστικός, ο Μορικόνε υπήρξε ενορχηστρωτής στούντιο για την RCA, συνεργάστηκε με μουσικούς όπως ο Τσετ Μπέικερ και ο Πολ Άνκα, έγινε παγκοσμίως γνωστός για τη συνεργασία του με τον Σέρτζιο Λεόνε, το 2007 παρέλαβε τιμητικό Όσκαρ «για την πολυπρόσωπη συνεισφορά του στην τέχνη της κινηματογραφικής μουσικής», ενώ από το 1979 ως το 2001 είχε προταθεί για άλλα πέντε Όσκαρ.

Οι καινοτομίες του είναι μέχρι σήμερα εμφανείς και σε χώρους όπως η εναλλακτική ροκ και η ποπ, με μπάντες όπως οι Portishead ή οι Radiohead να του χρωστάνε σχεδόν… τη μισή τους καριέρα.

 Στις πρώτες ταινίες που συμμετείχε γράφοντας και ενορχηστρώνοντας μουσική, αυτές πιστώνονταν σε ήδη γνωστούς μουσικοσυνθέτες, ενώ κατά καιρούς υιοθέτησε ψευδώνυμα όπως Νταν Σάβιο ή Λέο Νίκολς.

"Οι μισητοί οχτώ" (The Hateful Eight) ;iσως είναι και η τελευταία ταινία του Ένιο Μορικόνε απ την οποία παρέλαβε και το Όσκαρ Καλύτερης Πρωτότυπης Μουσικής το 2016 για τη μουσική της ταινίας  , αφού έχει αποφασίσει να κρεμάσει την μπαγκέτα του στο τέλος του τρέχοντος έτους.

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2020

Από το ξεκίνημα της ελληνικής τηλεόρασης την δεκαετία του 1960 με ΕΡΤ και αργότερα με ΥΕΝΕΔ, υπήρξαν κάποιες δειλές προσπάθειες εκπομπής τηλεοπτικού σήματος από πειρατές, οι οποίες όμως συνήθως στέφονταν από αποτυχία καθώς η εκπομπή τηλεοπτικού καναλιού είναι πολύ πιο δύσκολη τεχνικά και οικονομικά από ένα ραδιοφωνικό σταθμό.

Ξεκίνησε για πρώτη φορά τη λειτουργία της το 1960, με κάποιες πειραματικές εκπομπές που δεν μονιμοποιήθηκαν, ενώ ξεκίνησε να εκπέμπει τακτικά από τις 23 Φεβρουαρίου 1966, από έναν δημόσιο τηλεοπτικό σταθμό και από δεύτερο σταθμό που λειτούργησε από τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Η Δεκαετία του 80 ήταν εκείνη των σλόγκαν και τον jingles που έχουν αποτυπωθεί μέχρι και σήμερα στο μυαλό μας απο της διαφημίσεις  της εποχής ,ακόμα και αν πολλά προϊόντα που διαφήμιζαν δεν υπάρχουν πια.

Να αναφέρω μερικές απο της εκπομπές και σειρές που παρακολουθούσαμε εκείνη την εποχή:

Στις αρχές της δεκαετίας του '80 η Δανάη Στρατηγάκη με περισσό μακιγιάζ (που παραπέμπει άνετα στο Θέατρο Καμπούκι) και μακριά πλεχτή κοτσίδα πραγματοποιεί ρεπορτάζ για τη θεατρική κίνηση εν Αθήναις.

«Στον πυρετό της δόξας»

Ο Λιρόι, η Κόκο, o Ντάνι, ο καθηγητής Σορόφκσι και η λοιπή παρέα τραγουδούν με μια φωνή «Fame, I'm gonna live for ever» και άπαντα τα Ελληνόπουλα ονειρεύονται να φοιτήσουν σε νεοϋορκέζικη σχολή δραματικής τέχνης και χορού.

«Μουσικόραμα»

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80 δεν υπήρχαν MTV και τα τοιαύτα! Κάθε Παρασκευή γύρω στις 7 το απόγευμα ασθμαίνοντες έφηβοι σπεύδουν να απολαύσουν στην ΕΡΤ ένα ημίωρο με μουσικά βιντεοκλίπ. Ολοι κρέμονται από τα χείλη του πρώιμου ροκ οικοδεσπότη Γιώργου Γκούτη. Της ιδίας σχολής το «Ηχόχρωμα», με παραγωγό την Αθηνά Ρικάκη, και οι «Συχνότητες» του Γιάννη Πετρόπουλου.

Κινούμενα σχέδια

Τα καρτούν θα αφήσουν και αυτά το στίγμα τους. Η αρχή θα γίνει με την ΥΕΝΕΔ, η οποία πριν από κάθε εκπομπή της τοποθετεί δικά της παιχνιδιάρικα ανθρωπάκια. Π.χ., πριν από ένα γυναικείου προσανατολισμού μαγκαζίνο βάζει καρτουνίστικες κυρίες να παίζουν κουμ καν. Ακολουθούν τα κλασικά πλέον «Μπόλεκ και Λόλεκ» (ένας καρτουνίστικος σοσιαλιστικός ρεαλισμός), τα δύο εξαιρετικά υψηλής ευφυΐας κοράκια «Χέκελ και Τζέκελ», ο «Σπορτ Μπίλι» («Είσαι ήρωας από άλλον πλανήτη»), ο επίκαιρος «Αστυνόμος Σαΐνης», οι εντομολογικές ανησυχίες της «Μάγιας της Μέλισσας», τα διαρκώς απειλούμενα από τον Δρακουμέλ «Στρουμφ», η «Χάιντι» με τα εκνευριστικά ροδαλά μαγουλάκια.

«Γράμματα και αριθμοί»

Κυκλοφόρησε και σε επιτραπέζιο αλλά η τηλεοπτική εκδοχή του με παρουσιαστή τον Χρήστο Οικονόμου υπήρξε σαφώς πιο δημοφιλής. Το πρώτο εγχώριο τηλεπαιχνίδι με ζωντανό κοινό (ορδές τα σχολεία στο στούντιο). Σήμα κατεθέν το αποχαιρετιστήριο ανέκδοτο του οικοδεσπότη και το αποχαιρετιστήριο δάκτυλο προς την οθόνη.

Και πολλά άλλα τα οποία θα θέλαμε πολλές σειρές να γράφω.Δέκα χρόνια μετά το 1980 ξεκίνησε η μεγάλη περιπέτεια της ιδιωτικής τηλεόρασης. Τριανταένα χρόνια  από τότε που έκανε τα πρώτα της βήματα, δειλά δειλά, γεννώντας μια νέα εποχή, για τα τηλεοπτικά πράγματα, αλλά και για την ελληνική κοινωνία.

Η σπίθα για τη δημιουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης στην Ελλάδα ξεπήδησε το 1985, αλλά χρειάστηκαν περίπου τέσσερα χρόνια, ώστε αυτό τελικά να γίνει πράξη.

Το καλοκαίρι του 1989 με το νόμο 1866/1989 προχώρησε στη νομιμοποίηση της λειτουργίας της "μη κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης" δίνοντας προσωρινή άδεια λειτουργίας σε δύο ιδιωτικά κανάλια, στο Mega και στη Νέα Τηλεόραση.

Οι πρώτες προσωρινές άδειες δόθηκαν στις 24 Ιουλίου του 1989 για δύο σταθμούς, αλλά τελικά εξέπεμψε μόνο το Mega. Αυτό έγινε στις 20 Νοεμβρίου του 1989.

Την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1989 ξεκίνησε το πρόγραμμά του και ο ΑΝΤ1 ιδιοκτησίας της οικογένειας Κυριακού.

Μετά το Mega και τον ΑΝΤ1 εμφανίστηκε και το Κανάλι 29 του Ομίλου Κουρή.Kαι μετέπειτα πολλά ακόμα ιδιωτικά κανάλια όπως Star ,Alter κ.α.

Η τηλεόραση

- που αγαπήσαμε
- που μεγαλώσαμε μαζί της
 - που μας δίδαξε
- που μας έκανε να γελάσουμε,
  να δακρύσουμε αλλά κυρίως
  να σκεφτούμε, να προβληματιστούμε
- που μας πληροφόρησε
- που μας κράτησε και μας κρατά συντροφιά

Ο καθένας μας έχει τη δική του τηλεόραση που αγαπά, γιατί αυτό που βλέπουμε είναι μία ακόμα επιλογή μας .

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2020

Όμηρος Ευστρατιάδης: Από βοηθός στα γυρίσματα των ταινιών του Τζαβέλα και του Αλέκου Σακελλάριου, τα ερωτικά φιλμ των ʼ70, τις βιντεοκασέτες του '80 μέχρι το Χρυσό Κουφέτο και το Ζετέμ.

Γεννήθηκε το 1938.Μεγάλωσε στο Μεταξουργείο. Η περιοχή ήταν γεμάτη κινηματογράφους . Τότες που όλα τα παιδιά της εποχής αυτής σκαρφαλώνανε τη μάντρα του κινηματογράφου και παρακολουθούσανε ταινίες, από καουμπόικα μέχρι ελληνικές ταινίες.

Έμενε σε ένα σπίτι  κοντά στη Φίνος Φιλμ που ήταν στο Σταθμό Λαρίσης, στην οδό Χίου, και πήγαινε κάπου-κάπου και χάζευε τα γυρίσματα. Ο πατέρας του είχε ένα ψαράδικο στην οδό Λέκκα. Η πολυκατοικία ήταν του Γιώργου Τζαβέλα του σκηνοθέτη και στον τελευταίο όροφο ήταν τα γραφεία του. Έτσι  μια μέρα του είπε «κ. Τζαβέλα θέλω να έρθω να δω πώς γίνεται ένα γύρισμα», έτσι και τον πήρε μαζί του στο «Μεθύστακα». 

Πήγαινε νυκτερινό γυμνάσιο στον Κολωνό και παράλληλα στη σχολή του Λυκούργου Σταυράκου για να γίνει σκηνοθέτης. Κατόρθωσε και μπήκε στον Φίνο, δούλεψε στα εμφανιστήρια, τύπωνε φωτογραφίες και έγινε τρίτος βοηθός μεγάλων σκηνοθετών, όπως ήταν ο Σακελλάριος και ο Τζαβέλας.

Η πρώτη του ταινία, βασικά δύο ήταν
οι πρώτες του ταινίες τις οποίες γύρισε την ίδια χρονιά, το Αθήνα ώρα 12, μαζί με τον Μίμη Φραγκιουδάκη και  το Κάθε λιμάνι και καημός.

Τη δεκαετία του 70 η κάμερα «απελευθερώνεται» και αγκαλιάζει τολμηρά πλάνα με γυμνές σκηνές με φόντο δολοπλοκίες, δολοφονίες, αντιζηλίες και απιστίες.

Ο ελληνικός κινηματογράφος τη δεκαετία του 70 γίνεται πιο τολμηρός, σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες. Η κάμερα απελευθερώνεται, επικεντρώνεται σε θέματα ερωτικού περιεχομένου, ώστε να μπορεί να δείχνει και πλάνα με γυμνές σκηνές. , ο Όμηρος Ευστρατιάδης ηγείται του χώρου, ενώ γνωστοί ηθοποιοί της εποχής όπως η Άννα Φόνσου, η Ελένη Ανουσάκη, η Γκιζέλα Ντάλι, η Έλενα Ναθαναήλ, η Τίνα Σπάθη, ο Κώστας Πρέκας, ο Άγγελος Αντωνόπουλος, ο Ανδρέας Μπάρκουλης, συμμετέχουν σε ταινίες με τολμηρό περιεχόμενο. Στις περισσότερες από αυτές έχουμε δολοπλοκίες και δολοφονίες που προκύπτουν από τις ερωτικές αντιζηλίες και απιστίες.


Αδελφός του είναι ο Γιάννης Σκλάβος, γνωστός σεναριογράφος, με τον οποίο έχει συνεργαστεί σε αρκετές ταινίες. Πολλές ταινίες γύρισαν μαζί με τον αδελφό του ,σκηνοθέτης και σεναριογράφος αντίστοιχα όπως το Ρόδα, τσάντα και κοπάνα, Τροχονόμος Βαρβάρα, Και ο πρώτος ματάκιας, Ο καβαλάρης των F.M. Stereo, Ο γλυκοψεύτης, Οι Πόντιοι κ.λπ, σκηνοθετώντας μεγάλα ονόματα της δεκαετίας του 1980 όπως Στάθης Ψάλτης, Σωτήρης Μουστάκας κ.ά.

Στην τηλεόραση έκανε πολλές δουλειές. Μια απ αυτές ήταν το Χρυσό Κουφέτο, έκανε 52% τηλεθέαση.Όπως είχε δηλώσει ο Όμηρος Ευστρατιάδης σε δήλωση του: Παντρέψαμε 40 ζευγάρια από το ʼ95 μέχρι το ʼ98.

Η διαδρομή του Όμηρου Ευστρατιάδη είναι γεμάτη από αξιομνημόνευτες στιγμές. Ο έρωτας στη δουλειά του τον ακολουθεί με οποιονδήποτε τρόπο.