Τζέλο Μπιάφρα, ο τραγουδιστής των διαβόητων Dead Kennedys (1978-1986).Ολα θα ήταν διαφορετικά χωρίς τον Τζέλο Μπιάφρα. Από το 1978 που τυχαία απάντησε σε μια απλή τοιχοκολλημένη αγγελία που έγραφε «Κιθαρίστας θέλει να φτιάξει πανκ μπάντα» μέχρι σήμερα, η πορεία του ήταν συνεπής, χωρίς να παρεκκλίνει από τη φιλοσοφία του κινήματος που στήριξε.Εμβληματική προσωπικότητα της Αμερικανικής punk σκηνής, άκρως πολιτικοποιημένος, ιδεολόγος και ακτιβιστής, ο Jello Biafra είναι ένας άνθρωπος που, εδώ και πάνω από 30 χρόνια, δεν έχει πάψει να διακηρύττει, με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, την πίστη του σε μία ελεύθερη κοινωνία.California Uber Alles.Πρόκειται για ένα από τα πρώτα τραγούδια των Dead Kennedys, το οποίο στηλίτευε, πίσω στα τέλη της δεκαετίας του '70, την κατασταλτική πολιτική του τότε Κυβερνήτη της Καλιφόρνια, Τζέρι Μπράουν, που ήθελε να καθαρίσει την πολιτεία από τους εναπομείναντες χίπις και ακτιβιστές του αντιπολεμικού κινήματος και της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των μειονοτήτων –και μάλιστα με στίχους που είχαν αναφορές στον Ιούλιο Καίσαρα του Σέξπιρ και το 1984 του Όργουελ.Γεννημένος στο Boulder του Colorado, την 17η Ιουνίου του 1958, ήρθε στον κόσμο ετούτο βαπτισμένος Eric Boucher.
Παιδί ψυχιάτρου, που ασχολούνταν και με την ποίηση, και μιας βιβλιοθηκάριου, που όντας φιλελεύθεροι, τον ώθησαν προς την τέχνη και το ενδιαφέρον για την κοινωνία και έτσι εκείνος από μικρή ηλικία έδειξε έντονο ενδιαφέρον για την διεθνή πολιτική.
Κάποια μέρα το 1965, οι γονείς του, κατά λάθος συντόνισαν το ραδιόφωνο τους σε ένα rock σταθμό και με το πρώτο άκουσμα της, νεαρός Eric την ερωτεύτηκε και έκτοτε, δεν την εγκατέλειψε.Η πρώτη του επαφή με τη σκηνή ήρθε όταν το 1977 έγινε roadie της punk μπάντας, The Ravers και σύντομα έγινε μέλος της μπάντας του φίλου του, John Greenway, The Healers, οι οποίοι έγιναν γνωστοί για τους αυτοσχεδιαστικούς του στίχους. Λίγο αργότερα, ξεκίνησε να σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο της California, Υποκριτική και Ιστορία της Παραγουάης, και σύντομα έγινε αναπόσπαστο μέλος της Καλιφορνέζικης punk σκηνής.
Τον Ιούνιο του 1978, απαντώντας σε μια αγγελία, που έλεγε “Κιθαρίστας επιθυμεί να φτιάξει συγκρότημα”, γνώρισε τον East Bay Ray και παρέα δημιούργησαν τους The Dead Kennedys, μιας που η δολοφονία του John Fitzgerald Kennedy, ήταν εικόνα που είχε στιγματίσει την τότε νεολαία και εκείνους προσωπικά.Το συγκρότημα διαλύθηκε το 1986, έχοντας κυκλοφορήσει τέσσερις δίσκους και επανενώθηκαν δεκαπέντε χρόνια αργότερα χωρίς τον τραγουδιστή Τζέλο Μπιάφρα, ο οποίος βρισκόταν σε δικαστική διαμάχη με τα υπόλοιπα μέλη του σχήματος.Ούτε ο Μπαράκ Ομπάμα έχει γλιτώσει τα πυρά του. Οπως έχει πει επανειλημμένα, «μπορεί να είναι ένας έξοχος συνομιλητής, επιπέδου Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Μάλκολμ Χ, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι μπορεί να συγκρουστεί και να δυσαρεστήσει τους υποστηρικτές του».
Με τον πολιτικό στίβο, άλλωστε, έχει και προσωπική εμπειρία καθώς το 1979 ήταν υποψήφιος δήμαρχος στις εκλογές στο Σαν Φρανσίσκο, ενώ το 2000 έβαλε υποψηφιότητα για το χρίσμα του Green Party ώστε να διεκδικήσει την προεδρία των ΗΠΑ.
Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022
Νίκος Αντύπας: Ιδιοφυής μουσικός που σφράγισε το ελληνικό τραγούδι και καριέρες κορυφαίων ερμηνευτών
Όλη η δημιουργική διαδρομή του σπουδαίου συνθέτη - ενορχηστρωτή από τους θρυλικούς Socrates και τους Κατσιμιχαίους μέχρι τις συνεργασίες - σταθμούς με την Πρωτοψάλτη, την Αλεξίου και την Αρβανιτάκη
Μουσικός και ενορχηστρωτής ιδιοφυής που διαπερνούσε με μοναδικό τρόπο όλα τα είδη, συνθέτης πρωτοπόρος που φανταζόταν και αποτύπωνε σε νότες πρωτότυπα μουσικά τοπία, εμπνευστής και δημιουργός του ιδιαίτερου μουσικού ύφους κάποιων από τους σημαντικότερους Έλληνες ερμηνευτές αλλά ο «μάγος» που κρυβόταν πίσω από τις πιο κομβικές στιγμές της ελληνικής δισκογραφίας. Γιατί πολλοί πιθανόν να μην γνώριζαν το πρόσωπο του Νίκου Αντύπα, που «έφυγε» χθες βράδυ από τη ζωή, σε ηλικία 68 ετών, μετά από σύντομη νοσηλεία στην εντατική λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου που υπέστη, οι περισσότεροι όμως συμπορεύτηκαν, ονειρεύτηκαν, ταξίδεψαν, για τρεις τουλάχιστον δεκαετίες, με τα τραγούδια που είτε έγραψε είτε «πυροδότησε» με τις εξαίσιες ενορχηστρώσεις του.
Remaining Time -0:00
Socrates, Άλκηστις Πρωτοψάλτη, Χάρις Αλεξίου, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Γιώργος Νταλάρας, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας είναι κάποιοι μόνον από τους καλλιτέχνες που χρωστούν στον Νίκο Αντύπα ορισμένες από τις φωτεινότερες στιγμές της μουσικής διαδρομής τους. «Σαν ηφαίστειο που ξυπνά», «Δι’ ευχών», «Διθέσιο», «Λάβα», «Να ζήσω ή να πεθάνω» είναι κάποια από πιο σημαντικά και δημοφιλή συνάμα τραγούδια που φέρουν την υπογραφή του. Μια μουσική υπογραφή που θα μείνει χαραγμένη ανεξίτηλα στην ιστορία της ελληνικής μουσικής.
«Δεν θέλω να ξέρουν εμένα αλλά τραγούδια μου» έλεγε συχνά στις συνεντεύξεις του ο ιδιοφυής αλλά και εξαιρετικά ταπεινός και ευγενής αυτός μουσικός που έγινε αρκετές φορές ο λόγος για να συντελεστούν σημαντικότατες τομές στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι ξεκίνησε επισήμως την πορεία του από τους θρυλικούς Socrates, το θρυλικό ελληνικό progressive rock συγκρότημα που η φήμη του ξεπέρασε τα στενά όρια της πατρίδας μας. Δέκα χρόνια πριν την έναρξη της συνεργασία τους, μαθητής ακόμα, άκουσε για πρώτη φορά τον Σπάθα και τον Τουρκογιώργη να παίζουν Χέντριξ και έσπασε την κιθάρα του. «Μέχρι τότε νόμιζα πως είμαι πολύ καλός κιθαρίστας!» θα εξομολογηθεί αργότερα αποκαλύπτοντας τον πραγματικό λόγο που τον έφερε πίσω από τα ντραμς.
Το 1985 θα γίνει μέλος της dream team του εμβληματικού παρθενικού δίσκου των αδελφών Κατσιμίχα «Ζεστά Ποτά» που τάραξε τα νερά της εγχώριας δισκογραφίας εισάγοντάς την πλέον σε μια νέα εποχή. Ο ίδιος, μαζί με τον Γιάννη Σπάθα αναλαμβάνει την ενορχήστρωση, με τον Μανώλη Ρασούλη στο ρόλο του παραγωγού και τον Μάνο Ξυδούς ως τον άνθρωπο – κλειδί για την είσοδο του τόσο διαφορετικού αλλά και τόσο υπέροχου αυτού δίσκου στην δισκογραφία. Τα πρωτοποριακά ενορχηστρωτικά του «αγγίγματα» σε τραγούδια αγαπημένα όπως τα «Ρίτα Ριτάκι», «Μια Βραδιά Στο Λούκι», «Φάνης», «Υπόγειο» και «Γέλα Πουλί Μου» θα αφήσουν εποχή.
Τομή για την ελληνική δισκογραφία θα αποτελέσει και ο δίσκος – σταθμός στην ερμηνευτική πορεία της Ελευθερίας Αρβανιτάκη «Μένω Εκτός» που κυκλοφόρησε το 1991 με τραγούδια των Ara Dinkjian, Χρήστου Νικολόπουλου, Αντώνη Μιτζέλου, Λίνας Νικολακοπούλου, Θοδωρή Γκόνη κ.α., όπως τα αριστουργηματικά «Δυνατά», «Καρδιά μου εγώ», «Με το ίδιο μακό», «Της καληνύχτας τα φιλιά», που επίσης ενορχήστρωσε. «Ο Νίκος δεν ενορχήστρωσε απλώς. Ανα-σύνθεσε. Αυτός είναι ο σωστός όρος για την παρουσία του σ' αυτόν τον δίσκο» είχε διαπιστώσει, τότε, εξαιρετικά εύστοχα, η ερμηνεύτρια.
Έναν χρόνο αργότερα έρχεται η χρονιά η Χαρούλας. Με τα δέκα τραγούδια που έγραψε για τη φωνή της Αλεξίου ο Νίκος Αντύπας στο «Δι’ ευχών», σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, τής άνοιξε επί της ουσίας την πόρτα σε μια νέα μουσική εποχή, εντελώς διαφορετική απ΄ αυτή που είχε ήδη σφραγίσει, εισάγοντας παράλληλα και έναν ήχο διαφορετικό ήχο στην μουσική έκφραση μέσα από κομμάτια όπως τα «Μάγισσα», «Να ζήσω ή να πεθάνω», «Συναυλία» κ.α. Η συνεργασία του με την σπουδαία ερμηνεύτρια θα συνεχιστεί δύο χρόνια αργότερα με μία ακόμη δισκογραφική δουλειά, το «Έϊ».
Η επόμενη μούσα του θα είναι η Άλκηστις Πρωτοψάλτη. Θα ενώσουν το ταλέντο τους, την δημιουργική τρέλα τους και με την σημαντικότατη συμβολή της Λίνας Νικολακοπούλου στους στίχους θα δημιουργήσουν τον πασίγνωστο δίσκο «Σαν ηφαίστειο που ξυπνά». Η «Λάβα» της δημιουργικότητάς τους θα ξεπηδήσει καυτή και ασταμάτητη και θα παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της δημιουργώντας έναν ακόμη φωτεινό σταθμό στην ελληνική δισκογραφία. «Σαν τη λάβα ξεπήδησε από μέσα μας μια παλιά και δυνατή φωνή, φωνή καρδιάς που αν την ακούσεις, γίνεται πυξίδα για το μέλλον. Αθήνα, Πράγα, Παρίσι σαν μια μελωδία που έχει νότες και παύσεις, λόγια και σιωπές, φωνές και χρώματα. Έτσι ολοκληρώσαμε τα τραγούδια αυτού του δίσκου» έγραφαν με νόημα οι δημιουργοί στο σημείωμα του δίσκου.
Κι όσοι είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε την πρώτη μουσική παράσταση του «Ηφαιστείου» τους, το 1998, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, με την μαγική σκηνοθεσία του Δημήτρη Παπαϊωάννου, νιώσαμε, από τα πρώτα κιόλας λεπτά, πως γινόμαστε μάρτυρες μιας σημαντικής μουσικής στιγμής που φέρνει αέρα πρωτοπορίας και ανανέωσης στο εγχώριο μουσικό τοπίο. Κι είχαμε δίκιο. Για τα επόμενα δύο τουλάχιστον χρόνια το «Ηφαίστειο» αυτό ταξίδευε σ’ ένα «Διθέσιο», μαγεύοντας ολόκληρο τον κόσμο. Η καλλιτεχνική σύμπραξη Πρωτοψάλτη – Αντύπα Νικολακοπούλου θα επισφραγιστεί και έναν ακόμη δίσκο, τις «Υδρόγειες Σφαίρες» του 2000.
Στο μεταξύ ο Νίκος Αντύπας θα έχει συνεργαστεί ως μουσικός με τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τον Γιώργο Νταλάρα τον οποίο θα «παντρέψει» αργότερα με τον Sting και τον Γιώργο Νταλάρα ενορχηστρώνοντας την επιτυχία του πρώτου «Madaboutyou» που θα ερμηνεύσει ο δεύτερος στα ελληνικά, θα ακούσει τα τραγούδια του να ερμηνεύονται από τη Μαρινέλλα, την Ελένη Βιτάλη, τη Νάνα Μούσχουρη, την Τάνια Τσανακλίδου, τον Μανώλη Λιδάκη το Γιάννη Κότσιρα, το Δημήτρη Μπάση, τη Μελίνα Ασλανίδου αλλά και την Έλενα Παπαρίζου, την Πέγκυ Ζήνα, τον Γιάννη Πλούταρχο, τον Σάκη Ρουβά, την Καίτη Γαρμπή…
Ο ίδιος εξάλλου δεν έβαζε ποτέ όρια και σύνορα στη μουσική, δεν είχε στεγανά, δεν άφηνε τις ταμπέλες να μπουν εμπόδιο στη δημιουργικότητά και την αχαλίνωτη καλλιτεχνική φαντασία του. Τού αρκούσε απλώς να διακρίνει στις συνεργασίες του «κάτι ροκ» όπως ήταν και ο ίδιος.
Νίκος Αντύπας: 10 εμβληματικά τραγούδια του
1. Συναυλία - Χαρούλα Αλεξίου
Άλμπουμ: Δι' Ευχών, 1992
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Νίκος Αντύπας
2. Δι' ευχών - Χαρούλα Αλεξίου
Άλμπουμ: Δι' Ευχών, 1992
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Νίκος Αντύπας
3. Να ζήσω ή να πεθάνω (Φλαμένκο) - Χαρούλα Αλεξίου
Άλμπουμ: Δι' Ευχών, 1992
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Νίκος Αντύπας
4. Σαν ηφαίστειο που ξυπνά (Λάβα) - Άλκηστις Πρωτοψάλτη
Άλμπουμ: Σαν ηφαίστειο που ξυπνά, 1997
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Νίκος Αντύπας
5. Ακριβό μου διθέσιο - Άλκηστις Πρωτοψάλτη
Άλμπουμ: Σαν ηφαίστειο που ξυπνά, 1997
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Νίκος Αντύπας
6. Μια βραδιά στο Λούκι - Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας
Tο "Danger: Diabolik" είναι σχεδόν η ταινία "Barbarella" που θα έπρεπε να ήταν.
Και οι δύο ταινίες βγήκαν από τη γραμμή παραγωγής του Dino De Laurentis Rome περίπου την ίδια εποχή. Και οι δύο χρησιμοποιούν βία, υψηλή περιπέτεια, σεξ, σκηνικά κατασκήνωσης, απλοϊκούς διαλόγους και απίστευτες συμπτώσεις. και τα δύο βασίστηκαν σε δημοφιλή ευρωπαϊκά κόμικς. Επίσης, ο John Phillip Law πρωταγωνιστεί και στις δύο ταινίες, αν και δικαίως μπορεί να ειπωθεί ότι έπαιξε σε αυτήν.
Το "Barbarella" ήταν μια αποτυχία για διάφορους λόγους: Οι αξίες παραγωγής και το σενάριο ήταν κακές, και ο σκηνοθέτης Roger Vadim είχε πρόβλημα να πάρει βατά ειδικά εφέ. Το "Danger: Diabolik" φαίνεται πραγματικά καλύτερα μαζί (αν και ο προϋπολογισμός του πρέπει να ήταν μικρότερος) και ο σκηνοθέτης Mario Bava έχει εκμεταλλευτεί κάθε κλισέ του βιβλίου.
Είναι μια πραγματικά υπέροχη ταινία βασισμένη σε κομικ. Στην πραγματικότητα , είναι η επόμενη καλύτερη δουλειά που έκανε ο διάσημος Ιταλός σκηνοθέτης τρόμου Mario Bava, εκτός από το ντεμπούτο του Black Sunday (1960).
Με την παρέλαση των γρήγορων αυτοκινήτων, την εκπληκτικά αποκαλυπτική σειρά κοστουμιών της ηρωίδας, τον απίστευτα όμορφο ήρωα με στενό μαύρο δέρμα, το Danger: Diabolik έχει μια κομψή κομψότητα που είναι υπέροχα σέξι. Μερικές εικόνες όπως αυτές του John Phillip Law και της Marisa Mell που κάνουν έρωτα σε ένα κρεβάτι καλυμμένο με κλεμμένα λεφτά έχουν μια παρακμή που είναι χαρούμενη.
Ο John Phillip Law προσκλήθηκε σε ακρόαση για το Diabolik ,προτεινόμενος από τον ίδιο τον Dino De Laurentis Φανατικός θαυμαστής των κόμικς από την παιδική του ηλικία, ο Law αρχικά δεν ήταν εξοικειωμένος με τους χαρακτήρες του Diabolik και διάβασε αρκετά από τα κόμικς για να καταλάβει τον χαρακτήρα του, όπως είχε κάνει όταν προετοιμαζόταν για την Barbarella. Λόγω του ότι το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του χαρακτήρα κρύβεται από μια μαύρη ή άσπρη μάσκα που σφίγγει το δέρμα, ο Law παρατήρησε ότι η πιο σημαντική πτυχή της εμφάνισης του Diabolik ήταν τα φρύδια του. Προετοιμάστηκε για τον ρόλο βάζοντας μάσκα στο δικό του και έμαθε τον εαυτό του να μεταφέρει ένα ευρύ φάσμα εκφράσεων μαζί τους. Μετά τη συνάντηση με τον Dino De Laurentis και τον Bava, ο σκηνοθέτης αναφώνησε «Α, questo Diabolik!» ("This is Diabolik!"), δείχνοντας στον Law ότι είχε κερδίσει τον ρόλο.
Η Catherine Deneuve είχε αρχικά επιλεγεί για τον ρόλο της Eva Kant, αλλά εγκατέλειψε την ταινία μετά από μια εβδομάδα γυρισμάτων και τη θέση της πήρε η Marisa Mell.
Η μουσική του Ennio Morricone για το Danger: Diabolik, την οποία διηύθυνε ο Bruno Nicolai, ήταν η μοναδική συνεργασία του συνθέτη με τoν Bava. Περιλαμβάνει το τραγούδι τίτλου, "Deep Down", με φωνητικά που τραγούδησε η τραγουδίστρια και ηθοποιός Maria Cristina "Christy" Brancucci — της οποίας οι άλλες συνεργασίες με τον Morricone περιλαμβάνει το "Run, Man, Run" στο The Big Gundown και το "Man for Me" στο OK Connery.
Η πλοκή της ταινίας: Η ταινία μιλάει για έναν εγκληματία που ονομάζεται Diabolik (John Phillip Law), ο οποίος σχεδιάζει μεγάλης κλίμακας ληστείες με την κοπέλα του Eva Kant (Marisa Mell). Ο Diabolik καταδιώκεται από τον επιθεωρητή Ginko (Michel Piccoli), ο οποίος εκβιάζει τον γκάνγκστερ Ralph Valmont (Adolfo Celi) να πιάσει τον Diabolik για λογαριασμό του.
Η «Αλίκη στο ναυτικό» αποτελεί πλέον μία από τις πιο πολυπαιγμένες αλλά και αγαπημένες ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου στη μικρή οθόνη.
Εξαιρετική φωτογραφία, υπέροχα και πανέμορφα τοπία από την τότες κοσμοπολίτικη Ύδρα στο ξεκίνημα της ταινίας, και από τον Πειραιά και συγκεκριμένα το ρολόι στο Πασαλιμάνι είναι μερικά από τα αξιοθέατα που βλέπουμε στην θρυλική πλέον αυτή ταινία της Φίνος Φιλμ.
Μάλιστα, ήταν η πρώτη έγχρωμη ταινία της Φίνος Φιλμ, καθώς και της Αλίκης Βουγιουκλάκη και πρωταγωνιστεί η ίδια μαζί με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα ,ο οποίος έπαιξε τον πατέρα της Αλίκης συνολικά τέσσερις φορές στον κινηματογράφο . Στις αρχές του 1961 «Η Αλίκη στο Ναυτικό» προβάλλεται για πρώτη φορά στο σινεμά. Η συγκεκριμένη ταινία όμως έχει και κάποια παρασκήνια που διαδραματίστηκαν τα οποία κοντέψανε να τινάξουν την παραγωγή της.
Σύμφωνα λοιπόν με της μαρτυρίες του ηθοποιού Γιάννη Μαλούχου ,του οποίου οφείλω να πω ότι είναι και με διαφορά ο καλύτερος και ποιό διάσημος αλλά και από πλευράς παιξίματος ρόλος του, η Αλίκη κλεισμένη στο καμαρίνι της αρνήθηκε να βγεί για της ανάγκες των γυρισμάτων και ο Σακελλάριος πήγε να την φωνάξει χτυπώντας της την πόρτα λέγοντας: ”Άκουσε εδώ, εγώ την ταινία, είτε θέλεις είτε δεν θέλεις, θα τη γυρίσω. Και ξέρεις πώς θα τη γυρίσω; Εσύ θα είσαι με το ίδιο σακάκι που ήσουν και θα φαίνεται μόνο το μισό σου το πλευρό, ο ένας ώμος, από εκεί και πέρα θα παίζουν οι άλλοι. Εσύ θα υπάρχεις ως Βουγιουκλάκη με τον ώμο σου μόνο και με το σακάκι σου. Εγώ θα την τελειώσω”». Τελικά ο Φίνος ήταν αυτός που ημέρεψε την κατάσταση και έτσι η ταινία ολοκληρώθηκε .
Άλλωστε όλοι ξέρουμε και θα έχουμε ακούσει ότι και η Αλίκη Βουγιουκλάκη και στην προσωπική της ζωή δεν ήταν και ο ευκολότερος άνθρωπος. Η μουσική της ταινίας γραμμένη από τον τεράστιο Μάνο Χατζηδάκη,με τραγούδια όπως τράβα μπρος και ο γλάρος. Στη σκηνοθεσία και στο σενάριο ο Αλέκος Σακελάριος.
Τα έξοδα για την ταινία πάρα πολλά .Για της ανάγκες της ταινίας ο Φιλοποίμην φίνος προσέλαβε 16 κομπάρσους οι οποίοι τότες εκείνη την εποχή κοστίζανε ογδόντα δραχμές την ημέρα, πολύ υπέρογκο ποσό. Όπως επίσης επειδή το έγχρωμο φίλμ κόστιζε ποιό ακριβά από το ασπρόμαυρο , η επεξεργασία της ταινίας έγινε στο Παρίσι καθότι εδώ στην Ελλάδα δεν είχαμε εργαστήρια έγχρωμου φίλμ. Και βέβαια και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές οι οποίοι ήταν πολύ ακριβοπληρωμένοι.
Η Αλίκη στο Ναυτικό κόστισε 2,5 εκατομμύρια δραχμές, ποσό αστρονομικό για την εποχή, και έκανε πρεμιέρα στις 20 Φεβρουαρίου 1961 στον κινηματογράφο «Αττικόν»
Το άλλο κάστ της ταινίας συμπεριλαμβάνεται από τους : Γιάννης Μαλούχος , Δέσπω Διαμαντίδου,Γιώργος Τσιτσόπουλος, Γιάννης Γκιωνάκης, Σταύρος Παράβας, Κώστας Βουτσάς, Ντίνος Καρύδης.
Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022
Μια κουβέντα για τον επιδραστικότερο συνθέτη του σινεμά ,Μπέρναρντ Χέρμαν.χάρη στον «Πολίτη Κέιν» ο Χέρμαν έφτιαξε το όνομά του στην ηλικία των 30. Από την άλλη, ο Χίτσκοκ ήταν εκείνος που του πρόσφερε τη δυνατότητα να διαγράψει την επακόλουθη στρατοσφαιρική του πορεία, καθώς η κλασική περίοδος του βρετανού σκηνοθέτη συνδέθηκε με την από μέρους του Χέρμαν σύνθεση του σάουντρακ ταινιών σαν το «Ψυχώ», «Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων», «Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά», και ασφαλώς του «Δεσμώτη του ιλίγγου».Η δυσοίωνη τζαζ μουσική στην ταινία «Ο Ταξιτζής» του κορυφαίου Μπέρναρντ Χέρμαν (ο οποίος πέθανε λίγες μόνο ώρες μετά την ηχογράφηση του soundtrack) ήταν εκπληκτική.Ένα από τα σημαντικότερα σάουντρακ της ιστορίας του κινηματογράφου,γραμμένο για μια από τις καλύτερες (ενδεχομένως και καλύτερη;) ταινίες όλων των εποχών. Στο «Δεσμώτη του Ιλίγγου» κάθε καρέ και κάθε μια νότα έχουν συνωμοτήσει για να υπηρετήσουν με ακρίβεια την επί της οθόνης φιλμική χημεία και τη συγκινησιακή της ώσμωση με το κοινό. Ο Μπέρναρντ Χέρμαν με διάθεση ονειρική, εμμονική και μελαγχολική, συνέθεσε μια υπνωτιστική συμφωνία.Το 1941, κέρδισε και το Όσκαρ Καλύτερης Πρωτότυπης Μουσικής, για τη δουλειά του στο έργο The Devil and Daniel Webster.Ο Μπέρναρντ Χέρμαν πέθανε την παραμονή Χριστουγέννων του 1975, άρα πάει καιρός που δεν δύναται να πάρει θέση στη διχογνωμία περί «Vertigo» και «Πολίτη Κέιν».
Sir Richard Attenborough: Μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του βρετανικού κινηματογράφου. Ο καταξιωμένος ηθοποιός και σκηνοθέτης ήταν ένας ακούραστος πρωταθλητής της βρετανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας και των φιλελεύθερων σκοπών στο τελευταίο μισό του 20ου αιώνα. Hθοποιός, σκηνοθέτης και παραγωγός, γνωστός για τη δυναμική παρουσία του στην οθόνη, τη λεπτή δουλειά πίσω από την κάμερα και τις φιλανθρωπικές του προσπάθειες.
Στην ιστορία του κινηματογράφου, η εικόνα του ηθοποιού θα είναι πιθανώς η πιο διαρκής, αν και σωματικά ο Attenborough δεν είχε τις απαιτήσεις ενός ρομαντικού πρωταγωνιστή ( ο μικρότερος αδερφός του, ο David, ο ειδικός της άγριας ζωής, είχε την εμφάνιση του κινηματογραφικού αστέρα).O σκηνοθέτης τεράστιων επικών ταινιών όπως ο Gandhi ,Chaplin και The Bridghe too far.
Ο Richard Attenborough - ο μεγαλύτερος από τα τρία αδέρφια, ένας εκ των οποίων ήταν σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ με αντικείμενο τη φύση, -ο Sir David Attenborough - μεγάλωσε στο Λέστερ της Αγγλίας, όπου ο πατέρας του ήταν διευθυντής του τοπικού πανεπιστημίου. Το 1942 αποφοίτησε από τη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης (RADA) και εκείνη τη χρονιά έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο στο In Who We Serve του Noël Coward. Έκανε το ντεμπούτο του στη σκηνή το 1941.
Το 1945, ενώ βρισκόταν στη Μονάδα Κινηματογράφου της RAF, παντρεύτηκε την Αγγλίδα ηθοποιό, Sheila Sim. Το προηγούμενο έτος, είχαν επιλεγεί και οι δύο (αν και ο ρόλος της κόπηκε στο μοντάζ) στην προπαγανδιστική ταινία εν καιρώ πολέμου Journey Together, σε σκηνοθεσία John Boulting, η οποία είχε σκοπό να καταδείξει την ειδική σχέση μεταξύ Αμερικής και Βρετανίας. Οι ΗΠΑ εκπροσωπήθηκαν από τον Edward G Robinson, ο οποίος παραιτήθηκε από την αμοιβή του για να παίξει έναν εκπαιδευτή πτήσεων, ενώ ο Attenborough ήταν ένας επίδοξος πιλότος που πρέπει να είναι ικανοποιημένος με το να είναι πλοηγός, αντανακλώντας τη δική του απογοήτευση που δεν έγινε ποτέ πιλότος κατά τη διάρκεια του πολέμου .
Ο Attenborough συνέχισε με στολή στην οθόνη στο A Matter of Life and Death των Powell and Pressburger και στο School for Secrets του Peter Ustinov (και τα δύο 1946). Έπρεπε να παίξει αρκετούς στρατιώτες και ναύτες στη δεκαετία του 1970. Στο The Man Within (1947), βασισμένο στο πρώτο μυθιστόρημα του Greene, ένα από τα σπάνια δράματα του Attenborough, ήταν έφηβος μέλος μιας συμμορίας λαθρέμπορων, που προδίδει τον αρχηγό του (Michael Redgrave). Θα συνέχιζε να παίζει έφηβους μέχρι τα 20 του.
Έπαιξε πρωταγωνιστικούς ρόλους και ρόλους χαρακτήρων σε ταινίες όπως το Brighton Rock (1947). Το 1959 στράφηκε επίσης στην παραγωγή δημιουργώντας μια συνεργασία με τον Bryan Forbes.
Το 1963, εμφανίστηκε δίπλα στον Steve McQueen και τον James Garner στο The Great Escape ως Σμήναρχος RAF Roger Bartlett ("Big X"), ο επικεφαλής της επιτροπής απόδρασης, βασισμένος στα κατορθώματα της πραγματικής ζωής του Roger Bushell. Ήταν η πρώτη του εμφάνιση σε μεγάλη επιτυχία ταινίας του Χόλιγουντ και η πιο επιτυχημένη ταινία του μέχρι στιγμής.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, επέκτεινε τη γκάμα των ρόλων χαρακτήρων του σε ταινίες όπως το Séance on a Wet Afternoon (1964) και το Guns at Batasi (1964), για το οποίο κέρδισε το Βραβείο BAFTA Καλύτερου Ηθοποιού για την ερμηνεία του ως Λοχίας Major Lauderdale. Το 1965 έπαιξε τον Lew Moran δίπλα στον James Stewart στο The Flight of the Phoenix. Το 1967 και το 1968 κέρδισε διαδοχικά Χρυσή Σφαίρα στην κατηγορία του καλύτερου δεύτερου ανδρικού ρόλου, την πρώτη φορά για το The Sand Pebbles, με συμπρωταγωνιστή ξανά τον Steve McQueen και τη δεύτερη φορά για τον Doctor Dolittle με πρωταγωνιστή τον Rex Harrison.
Το 1969 σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία, Oh What a Lovely War!. Χρίστηκε Ιππότης το 1976 . Το A Bridge Too Far είναι μια ταινία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου του 1977 σε σκηνοθεσία Richard Attenborough, προσαρμοσμένη από τον William Goldman από το ομώνυμο βιβλίο του 1974 με τις μεγαλύτερες πωλήσεις του Cornelius Ryan (The Longest Day). Διαθέτει ένα All-Star Cast που περιλαμβάνει τους Dirk Bogarde, James Caan, Michael Caine, Sean Connery, Edward Fox, Elliott Gould, Gene Hackman, Anthony Hopkins, Laurence Olivier, Robert Redford, Maximilian Schell, Liv Ullmann και το μεγαλύτερο αστέρι του όλοι, John Ratzenberger. Αφηγείται την ιστορία της Επιχείρησης Market Garden (17-25 Σεπτεμβρίου 1944), ενός τολμηρού, αλλά ελαττωματικού - και τελικά αποτυχημένου - σχεδίου για τη χρήση βρετανικών, αμερικανικών και πολωνικών αλεξιπτωτιστών και βρετανικών τεθωρακισμένων μεραρχιών για να καταλάβουν τέσσερις γέφυρες στην Ολλανδία.
Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας το 1982 για το ιστορικό του έπος Gandhi και ως παραγωγός της ταινίας το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Η ίδια ταινία απέσπασε δύο Χρυσές Σφαίρες, αυτή τη φορά για Καλύτερη Σκηνοθεσία και Καλύτερη Ξένη Ταινία, το 1983. Προσπαθούσε να κάνει το έργο για 18 χρόνια. Σκηνοθέτησε την έκδοση στην οθόνη του μιούζικαλ A Chorus Line (1985) και το δράμα Cry Freedom (1987). Ήταν υποψήφιος για Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Σκηνοθεσίας και για τις δύο ταινίες.
Οι μεταγενέστερες ταινίες του ως σκηνοθέτη και παραγωγού περιλαμβάνουν τον Chaplin (1992) με πρωταγωνιστή τον Robert Downey Jr., ως Charlie Chaplin και Shadowlands (1993), βασισμένες στη σχέση μεταξύ του CS Lewis και της Joy Gresham (τον CS Lewis υποδυόταν ο Anthony Hopkins, ο οποίος είχε εμφανιστεί σε τέσσερις προηγούμενες ταινίες του Attenborough: Young Winston, A Bridge Too Far, Magic και Chaplin).
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα υγείας και ήταν καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι, εξαιτίας εγκεφαλικού που είχε υποστεί πριν από πέντε χρόνια. Σύμφωνα με την οικογένειά του δεν κατάφερε ποτέ να συνέλθει τελείως από το εγκεφαλικό που τον άφησε σε κωματώδη κατάσταση για μερικές ημέρες. Έφυγε από τη ζωή στης 24 Αυγούστου 2014.
Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022
Στις 24 Μαρτίου 1944, συνέβη μια από της ποιο τολμηρές κινήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν η μαζική απόδραση των Συμμάχων στρατιωτών από το Γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου Stalag Luft III, η ιστορία της οποίας απαθανατίστηκε για πάντα στην ταινία The Great Escape του 1963, με πρωταγωνιστή τον Steve McQueen.
Θεωρείται ευρέως κλασική, η ταινία ήταν ιδιαίτερα γνωστή για τη άψογη σκηνοθεσία του John Sturges και για ένα καστ που περιλάμβανε τον Steve McQueen σε έναν από τους καθοριστικούς ρόλους του.
Στον ρόλο που εδραίωσε την ιδιότητά του ως σούπερ σταρ, ο Steve McQueen υποδύεται τον τολμηρό Captain Virgil Hilts 'The Cooler King',που σκοπεύει να αποτρέψει τους Ναζί, μαζί με ένα all-star καστ που περιλαμβάνει τους Charles Bronson, James Coburn, James Garner και Donald Pleasence. Η έμπειρη σκηνοθεσία του John Sturges, η εξαιρετικά αξιοθαύμαστη παρτιτούρα του Elmer Bernstein και τα ακραία ακροβατικά συνδυάζονται σε αυτό που μπορεί να είναι απλώς η πιο θεαματικά διασκεδαστική ταινία με φυλακές όλων των εποχών, μια συναρπαστική ωδή στην αποφασιστικότητα, τη συντροφικότητα και το θάρρος της καθημερινότητας. ήρωες.
Ο ρόλος του Steve McQueen, βασίστηκε σε τρεις πιλότους, τον David M. Jones, τον John Dortch Lewis και τον William Ash. Ο κριτικός Λέοναρντ Μάλτιν έγραψε ότι «το μεγάλο, διεθνές καστ είναι υπέροχο, αλλά ο Μακ Κουίν ξεχωρίζει· είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί αυτό εδραίωσε την ιδιότητά του ως σούπερ σταρ». Αυτή η ταινία καθιέρωσε την επιρροή του στο box office.
Ο ρόλος του Richard Attenborough, "Big X", βασίστηκε στον Roger Bushell, τον γεννημένο στη Νότια Αφρική Βρετανό αιχμάλωτο που ήταν ο εγκέφαλος της πραγματικής Μεγάλης Απόδρασης. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Attenborough υπηρέτησε στη Βασιλική Πολεμική Αεροπορία. Προσφέρθηκε εθελοντικά να πετάξει με τη Μονάδα Κινηματογράφου και μετά από περαιτέρω εκπαίδευση (όπου υπέστη μόνιμη βλάβη στο αυτί) πήρε πτυχίο ως λοχίας. Ο Richard Harris ανακοινώθηκε αρχικά για τον ρόλο.
Ο ρόλος του James Donald βασίστηκε στον Group Captain Herbert Massey, έναν βετεράνο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου που είχε προσφερθεί εθελοντικά στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο υπολοχαγός Colin Blythe RAF, "The Forger", βασίστηκε στον Tim Walenn και τον υποδύθηκε ο Donald Pleasence. Ο ίδιος ο Pleasence είχε υπηρετήσει στη Βασιλική Αεροπορία κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Καταρρίφθηκε και πέρασε ένα χρόνο στο γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου Stalag Luft I.
Ο Charles Bronson ήταν Ο ίδιος πυροβολητής στην USAAF και είχε τραυματιστεί, αλλά δεν είχε καταρριφθεί. Όπως ο χαρακτήρας του, ο Danny Valinski, υπέφερε από κλειστοφοβία λόγω της παιδικής του δουλειάς σε ορυχείο.
Ο James Garner ήταν στρατιώτης στον πόλεμο της Κορέας και τραυματίστηκε δύο φορές. Εκείνη την περίοδο ήταν σατανάς, όπως και ο χαρακτήρας του Flt Lt Hendley.
Πλοκή: Οι κεντρικοί πρωταγωνιστές της ταινίας είναι Αμερικανοί, Βρετανοί και Αυστραλοί αιχμάλωτοι που βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα στρατόπεδο φυλακών βαθιά μέσα στη Ναζιστική Γερμανία. Η στρατηγική των Γερμανών είναι να κρατούν τους πιο προβληματικούς αιχμαλώτους τους σε ένα στρατόπεδο υπό στενή επίβλεψη, αλλά το σχέδιό τους πηγαίνει στραβά όταν οι αιχμάλωτοι αρχίζουν να σχεδιάζουν την πιο φιλόδοξη απόδραση που έχουν επιχειρήσει ποτέ. Η αποστολή διευθύνεται από έναν αξιωματικό γνωστό ως "Big X" (τον οποίο υποδύεται ο Richard Attenborough) και οι βασικοί συνωμότες περιλαμβάνουν "The Cooler King" (McQueen), "The Manufacturer" (James Coburn), "The Scrounger" (James Garner) , και «Tunnel King» (Charles Bronson). Υπό την επίβλεψη του Big X, σκάβονται πολλές σήραγγες. αν και ανακαλύπτεται ένας, οι άντρες συνεχίζουν το σχέδιό τους.