Κυριακή 13 Ιουνίου 2021

 Στηριζόμενος αμυδρά στην ομότιτλη ταινία του Jacques Tourneur του 1942, «Cat People», ο Paul Schrader δίνει μια δική του πιο μοντέρνα προσέγγιση στην ιστορία. Η εκθαμβωτική Nastassja Kinski χαρίζει μια ευρωπαϊκή νότα, ενώ ο χαρισματικός Giorgio Moroder με την ηλεκτρονική μουσική του σε συνεργασία με τον David Bowie, φτιάχνουν την τέλεια 80’s διάθεση, στο ερωτικό θρίλερ του 1982.

Η ταινία ανοίγει με ένα συνονθύλευμα εικόνων από το παρελθόν (ακαθορίστου χρόνου). Έρημος,


μισοθαμμένα ανθρώπινα κρανία στην καυτή άμμο, πάνθηρες και η αίσθηση θηριωδίας με φόντο το υποβόσκων κόκκινο χρώμα που συμβολίζει το αίμα, τον κίνδυνο αλλά και τον έρωτα. Η νεαρή Irena (Nastassja Kinski), βρίσκεται στην Νέα Ορλεάνη ψάχνοντας τον χαμένο αδερφό της Paul (Malcolm McDowell), ο οποίος μετά την συνάντηση τους, την υποδέχεται θερμά στο νεοκλασικό του σπίτι.

H πρωταγωνίστρια βολτάροντας ανέμελη στα αξιοθέατα της πόλης καταλήγει να γνωρίσει τον Oliver, έναν νεαρό άντρα, ο οποίος συνεπαρμένος από το μυστήριο που αποπνέει και την αινιγματική της λάμψη, της εκδηλώνει το ερωτικό του ενδιαφέρον, προσφέροντας της δουλειά στο κατάστημα δώρων του ζωολογικού κήπου, στον οποίο εργάζεται. Στο μεταξύ, όσο εκείνη είναι στην διαδικασία να προσαρμοστεί στο νέο της περιβάλλον, ο Paul αγνοείται, ενώ την ίδια στιγμή οι αστυνομικές αρχές συλλαμβάνουν έναν πάνθηρα κατηγορούμενο για την δολοφονία μιας πόρνης (ισχυριζόμενοι πως η γάτα και ο Paul είναι το ίδιο πρόσωπο).

Ακολουθεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και «σκοτεινή» σκηνή (μεταφορικά και κυριολεκτικά), όπου ο Paul εμφανίζεται κατατρεγμένος από την αστυνομία στο δωμάτιο της Irena και επιχειρεί να την πλησιάσει ερωτικά, ενώ εκείνη αποτροπιασμένη προσπαθεί να τον απωθήσει. Της εξηγεί ότι είναι σαν κι αυτόν και την διαβεβαιώνει πως το ερωτικό σκίρτημα και η ανάγκη της για σωματική συνεύρεση, δεν είναι τίποτα παρά μια βαθιά επιθυμία να γευτεί σάρκα και αίμα. Από εδώ και πέρα ξεκινάει το ταξίδι αναζήτησης της ηρωίδας για την πραγματική της φύση και το αν και κατά πόσο μπορεί να την αγνοήσει και να την αντικρούσει.

Η αρχική επιλογή σκηνοθεσίας του remake, ήταν ο Roger Vadim.

Μπαρόκ φωτογραφικά κάδρα, μια γεύση από το αρχέγονο παρελθόν προσαρμοσμένο στην Αμερική της δεκαετίας του ‘80, μια ονειρική αίσθηση απροσδιόριστου χρόνου και η Nastassja Kinski να συνδυάζει τον ερωτισμό και παράλληλα την αθωότητα ενός έφηβου κοριτσιού που ανακαλύπτει το σώμα του για πρώτη φορά, ολοκληρώνουν την συνταγή για την επιτυχία. Η άρτια υποκριτική των ηθοποιών, που βγαίνει φυσικότερα και από το να πίνουν νερό και η εξίσου αψεγάδιαστη σκηνοθετική πινελιά του Paul Schrader, σε μια ταινία που δεν υπόσχεται τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι, έρχονται να συμπληρώσουν το επιτευχθέν.

Παρά την σκηνοθετική λιτότητα της ταινίας -εκτός φυσικά από τις noir λεπτομέρειες ως αναφορά στην εκδοχή του Jacques Tourneur- τα ειδικά της εφέ δεν θυμίζουν σε τίποτα b-movie. Μετά την καλύτερη μεταμόρφωση λυκανθρώπου στην ιστορία του κινηματογράφου στο «An American Werewolf in London» το 1981, την αμέσως επόμενη χρονιά o Paul Schrader φέρνει στην μεγάλη οθόνη μια από τις καλύτερες και πειστικότερες μεταμορφώσεις ανθρώπου-γάτας, στο «Cat People».

Είναι μια αξιόλογη (άτυπη) διασκευή και μια εξαιρετικά εύκαμπτη ταινία χωρίς φτηνά εφέ και ασυμμετρία. Παραπέμπει εμφανώς σε ένα βίντεο κλιπ μεγάλης διάρκειας, αποτελούμενο από μερικές αρκετά ελκυστικές σκηνές, κομψότητα και την απαραίτητη δόση gore και αισθησιασμού. Το «Cat People» είναι μια ταινία για τα κτηνώδη ένστικτα που όλοι κρύβουμε μέσα μας… στην κυριολεξία!


Πηγή:horrormovies.gr

 Μέχρι το τέλος του 1968 οι Cream είχαν έλθει και παρέλθει, αλλά το σύντομο χρονικό διάστημα που έδρασαν ο αντίκτυπος και η επιρροή που άσκησαν και ασκούν ακόμα σε άπειρα, γνωστά και άγνωστα σχήματα, μαζί με το πρωτότυπο για την εποχή στυλ τους, τους ενέταξαν θριαμβευτικά στο πάνθεον της μουσικής του εικοστού αιώνα. Μέσα στα δυόμιση χρόνια που ο Eric Clapton, o Jack Bruce και ο Ginger Baker «παραβίαζαν» τα αυτιά των ακροατών τους με τον ασήκωτο όγκο του ήχου τους και τους ξέφρενους αυτοσχεδιασμούς τους, το πρόσωπο της rock μουσικής άλλαξε ριζικά. Το γεγονός ότι το 1993 το όνομα του συγκροτήματος προστέθηκε στο Rock and Roll Hall of Fame είναι απλώς ένα… γεγονός.

Την άνοιξη του 1965, ο Eric Clapton είχε αρχίσει να χάνει το ενδιαφέρον του για τον pop προσανατολισμό των Yardbirds, με τους οποίους είχε φτιάξει όνομα σαν ένας από τους καλύτερους κιθαρίστες της εποχής, σε σημείο που οι θαυμαστές του περιφέρονταν τις νύχτες στο Λονδίνο βάφοντας τους τοίχους με τη φράση «Clapton is God». Επιδιώκοντας μια προσέγγιση πιο κοντά στα blues, ο Clapton εντάχθηκε στους Bluesbreakers του John Mayall και τον Ιούλιο του 1966 η Decca κυκλοφόρησε το ντεμπούτο τους άλμπουμ με τίτλο Bluesbreakers with Eric Clapton. Ο δίσκος αυτός θεωρείται από πολλούς θεωρείται σαν ο καλύτερος blues δίσκος που ηχογραφήθηκε ποτέ από Βρετανούς καλλιτέχνες, ένας δίσκος για κάθε εποχή, γεμάτος ευφάνταστες δημιουργίες εκτελεσμένες με πρωτότυπο στυλ που έφερναν το αμερικανικό είδος ακόμα πιο κοντά στο βρετανικό κοινό.

Όμως ο Clapton ήταν μονίμως ανήσυχος και μετά από μερικούς μήνες εγκατέλειψε τον Mayall για να ταξιδέψει στην Ελλάδα και να σχεδιάσει το μέλλον του. Εκεί ήρθε σε επαφή με Έλληνες μουσικούς και έπαιξε κιθάρα με τους Juniors σε δυο συναυλίες που ήταν αφιερωμένες στη μνήμη του οργανίστα της μπάντας, Θάνου Σουγιούλ. Τον Οκτώβριο του 1965 ο Σουγιούλ είχε χάσει τη ζωή του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, στο οποίο είχε τραυματιστεί ο κιθαρίστας των Juniors, Αλέκος Καρακαντάς. Όταν ο Clapton επέστρεψε στο Λονδίνο, επέστρεψε και στους Bluesbreakers για την ηχογράφηση του άλμπουμ και στη συνέχεια τους εγκατέλειψε οριστικά πριν ακόμα κυκλοφορήσει ο δίσκος.


Την ίδια εποχή, ο ντράμερ Ginger Baker, ένα σπουδαίο ταλέντο και μέλος του δημοφιλούς βρετανικού jazz/blues συγκροτήματος Graham Bond Organisation, επίσης ψαχνόταν για κάτι καινούργιο και όταν γνώρισε τον Clapton αμέσως άρχισαν να συζητούν για ένα νέο ξεκίνημα κάτω από την ίδια στέγη. Αποφάσισαν ότι η μπάντα έπρεπε να λειτουργεί σαν τρίο και ο κιθαρίστας πρότεινε σαν μπασίστα τον Σκωτσέζο Jack Bruce, έναν πρώην συνεργάτη του Baker στους Graham Bond Organisation, αλλά και του Mayall στην πρώιμη φάση των Bluesbreakers. Αρχικά ο Baker ήταν πολύ διστακτικός επειδή η συνεργασία του με τον Bruce στο συγκρότημα του Bond είχε προκαλέσει έντονες τριβές εξαιτίας του ανταγωνισμού μεταξύ τους (μια φορά, μάλιστα, ο Baker είχε απειλήσει τον Bruce με ένα μαχαίρι), αλλά ο Clapton τον έπεισε για τη δυναμική που θα μπορούσαν να αναπτύξουν οι τρεις τους σαν συγκρότημα και τελικά ο Baker υποχώρησε.

Την εποχή εκείνη, μέσα του 1966, αυτοί οι τρεις μουσικοί ήταν η αφρόκρεμα του βρετανικού blues-rock και επομένως το όνομα «Cream» (αρχικά εμφανίστηκαν σαν «The Cream», αλλά σύντομα το μετάνιωσαν και παρέλειψαν το άρθρο) ήταν απολύτως αντιπροσωπευτικό της ποιότητας και της δεξιοτεχνίας τους, όπως σύντομα έμελλε να αποδειχθεί. Και παρά την ένταση που υπέβοσκε ανάμεσα στα μέλη της rhythm section, οι Baker και Bruce προσπάθησαν, τουλάχιστον στην αρχή, να βάλουν στην άκρη τις διαφορές τους προς όφελος της δημιουργικότητας. Έτσι, οι Cream στρώθηκαν να γράψουν τραγούδια, δουλεύοντας παράλληλα διασκευές κομματιών του Robert Johnson, του Willie Dixon, του Muddy Waters και άλλων ηρώων τους.

Ήταν, βλέπετε, η εποχής της ψυχεδέλειας, όταν οι μουσικοί ψαχνόντουσαν συνεχώς για νέες εμπειρίες, καλλιτεχνικές ή άλλες – αυτό ήταν το κλίμα της εποχής. Έτσι, τον Ιούλιο του 1968, οι Cream αποφάσισαν να διαλυθούν, αλλά τελικά πείστηκαν να διατηρήσουν το σχήμα για άλλη μια περιοδεία σε δεκαεννέα αμερικανικές πόλεις (22 εμφανίσεις τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο – η τελευταία στο Rhode Island Auditorium στις 4 Νοεμβρίου) και για δυο sold-out συναυλίες στο Royal Albert Hall του Λονδίνου (με δεύτερα ονόματα τους νεοσύστατους Yes και τους Taste του Rory Gallagher), στις 25 και 26 Νοεμβρίου – δυο μάλλον μέτριες εμφανίσεις που θα μεταδίδονταν από το BBC στις αρχές του 1969. Μια σχετική ταινία με τίτλο Farewell Concert θα κυκλοφορούσε «κομμένη» στις ΗΠΑ σαν βιντεοταινία το 1977. Επίσης, οι Cream συμφώνησαν να τρατάρουν για άλλη μια φορά το κοινό τους με έναν αποχαιρετιστήριο άλμπουμ που ο τίτλος του δεν άφηνε πολλά περιθώρια.

Οι Clapton και Baker συνέχισαν τη συνεργασία τους στη διάρκεια του 1969 και σχημάτισαν τους Blind Faith, μαζί με άλλους δυο έξοχους Βρετανούς μουσικούς, τον Steve Winwood των Traffic (φωνή/κιθάρα/πλήκτρα) και τον μπασίστα και βιολιστή Ric Grech. Οι Blind Faith κυκλοφόρησαν μόνο ένα ομώνυμο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν μόνο ένα ομώνυμο άλμπουμ που κυκλοφόρησε από την Polydor την ίδια χρονιά και πραγματοποίησαν την πρώτη τους συναυλία στο Χάιντ Παρκ του Λονδίνου μπροστά σε 100.000 θεατές. Ο Clapton συμμετείχε στους Derek & The Dominos για το πρώτο τους άλμπουμ, Layla and Other Love Songs (1970), πέρασε πολύ δύσκολες φάσεις εξαρτημένος από την ηρωίνη και το αλκοόλ, αλλά κατάφερε να παραμείνει μέχρι σήμερα ενεργός, διαγράφοντας μια εντυπωσιακή καριέρα – το μόνο μέλος των Cream που βρίσκεται στη ζωή.

Ο Jack Bruce ακολούθησε μια εποικοδομητική σόλο καριέρα και, μέχρι το θάνατό του στις 25 Οκτωβρίου 2016 από ηπατικές επιπλοκές, πειραματίστηκε με πολλά είδη (jazz, blues, fusion, hard rock, avant-garde, world), ενώ το 1972 δημιούργησε τους West, Bruce & Laing, ένα άλλο σούπερ γκρουπ με τα μέλη πρώην των Mountain, Leslie West και Corky Laing, για δυο στούντιο και ένα live άλμπουμ.

Μετά τους Cream και τους Blind Faith, ο Ginger Baker, o «πρώτος ντράμερ σούπερ-σταρ», δημιούργησε τους Ginger Baker’s Airforce, άλλο ένα jazz-rock-fusion σούπερ γκρουπ που περιλάμβανε μια πληθώρα έξοχων μουσικών, ανάμεσά τους οι Steve Winwood και Chris Wood (Traffic), Denny Lane (The Moody Blues, Wings), Graham Bond (Graham Bond Organisation), Ric Grech, Alan White (Yes) κ.α. Έπαιξε επίσης με τους καταπληκτικούς Masters of Reality του Chris Goss, ενώ στη διάρκεια της καριέρας του συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με τους Fela Kuti, Hawkwind, Public Image LTD, αλλά και σε ένα σόλο άλμπουμ του Jack Bruce Ένας άνθρωπος με εκρηκτικό και ενίοτε βίαιο ταμπεραμέντο, ερχόταν συχνά σε σύγκρουση με συναδέλφους του, παράγοντες και θαυμαστές. Πάλεψε για πάρα πολλά χρόνια με την εξάρτησή του από την ηρωίνη που είχε μάθει παίζοντας νέος στα λονδρέζικα κλαμπ. Πέθανε στις 6 Οκτωβρίου 2019 από ασθένεια των πνευμόνων.

Τον Μάιο του 2005, οι Cream συναντήθηκαν ξανά για τέσσερις συναυλίες στο Royal Albert Hall (το μέρος όπου είχαν κλείσει την καριέρα τους πριν από 37 χρόνια), με όλα τα εισιτήρια να εξαντλούνται μέσα σε μια ώρα. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς έδωσαν άλλες τρεις sold-out συναυλίες στο Madison Square Garden της Νέας Υόρκης.


Στις 17 Απριλίου 1983, ο Felix Papalardi έχασε τη ζωή του όταν τον πυροβόλησε η γυναίκα του.


Πηγή:merlinsmusicbox.gr

 Φθινόπωρο του 1969 ο Greg T. Walker ως μπασίστας, ο Rickey Medlocke στην κιθάρα και τα κρουστά, ο Jakson Spiers στα τύμπανα, ο DeWitt Gibbs πληκτράς και ο Charlie Hargrett στην κιθάρα, δημιουργούν ένα συγκρότημα στο Τζάκσονβιλ της Φλόριντα με το όνομα Hammer που κάνει την παρθενική του εμφάνιση στο Διεθνές Φεστιβάλ Ροκ του Μαϊάμι τον Δεκέμβριο του 1969. Τρεις μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1970, το συγκρότημα μετονομάζεται σε Blackfoot, τα μέλη του μετακομίζουν στο Νιου Τζέρσεϊ και ξεκινούν τα live, κυρίως σε πανεπιστήμια. Ο DeWitt Gibbs εγκαταλείπει το συγκρότημα και ο Rickey Medlocke αναλαμβάνει την κιθάρα μέχρι τον Ιούνιο του 1971, αλλά όταν ο Ronnie Van Zant των Lynyrd Skynyrd αναζητά ντράμερ για την μπάντα του, ο Medlocke δεν μπορεί να γυρίσει την πλάτη στην τύχη του. Δέχεται την προσφορά παίρνοντας μαζί του τον Greg T. Walker μαζί του, οπότε ο Blackfoot το διαλύουν - μόνο και μόνο για να μπουν για λίγο διάστημα στον πάγο.

Φτάνουμε αισίως στον Αύγουστο του 1972, όπου ο Charlie Hargrett βάζει μπροστά να ξαναφτιάξει τους Blackfoot. Συζητά με τον Medlocke και συναποφασίζουν να κάνουν κάποιες αλλαγές στη σύνθεση και έτσι επιστρατεύουν τον Lenny Stadler των Blackberry Hill σαν μπασίστα και τον Jakson Spiers σαν ντράμερ. Ο Danny Johnson των Axis τους βοηθάει για λίγο στις ρυθμικές κιθάρες. Το καλοκαίρι του 1973 ο Stadler εγκαταλείπει το συγκρότημα , ενώ ο Greg T. Walker επιστέφει ξανά στους Blackfoot.

Οι Medlocke και T. Walker έστειλαν κάποια demo στους David Hood και Jimmy Johnson, τους δύο ιδρυτές των Muscle Shoals Studios στην Αλαμπάμα. Τα τραγούδια που έστειλαν οι Blackfoot κέρδισαν τους δυο παραγωγούς και οι Hood και Johnson ανέλαβαν το No Reservations, το πρώτο στούντιο άλμπουμ των Blackfoot για την Islands Records που κυκλοφόρησε το 1975.

Είναι η φύση του κειμένου τέτοια που μας κάνει να ασχοληθούμε με το No Reservations (ίσως και γιατί ήταν, τυχαία, η πρώτη μου επαφή μαζί τους) και όχι μόνο το γεγονός ότι μου αρέσει να ασχολούμαι με underdogs και outsiders (πρωτοδισκάκιας πάντως δεν είμαι επ' ουδενί). Είναι η ποιότητα του δίσκου που ουσιαστικά αποτελεί βινυλιακή αποτύπωση-προάγγελο του μεγαλείου που έρχεται και που θα μετουσιωθεί εμφατικά σε ένα σερί διαμαντιών που κυκλοφορούσαν ασταμάτητα οι Blackfoot (ειδικά όταν ανακάτεψαν στον ήχο τους χεβιμεταλικά στοιχεία και επιρροές), με τη μια επιτυχία να διαδέχεται την άλλη και που τους ενέταξε στο πάνθεον των ηρώων του σκληρού ήχου από το 1976 και το Flyin’ High του 1976 μέχρι το Siogo του 1983 (ναι και το Siogo). Εδώ όμως. στο ντεμπούτο τους, «έπεσαν τα μπετά», για να το πω πιο ξεκάθαρα... Και για να δώσω ένα παράδειγμα πιο οικείο στο μεταλλικό κοινό (κάπως τραβηγμένο, φυσικά), να πω ότι οι Βlackfoot των δυο πρώτων δίσκων (No Reservations και Flyin’ High) μου θυμίζουν τους Maiden της εποχής με τον Di’ Anno και η υπόλοιπη πορεία τους την εποχή με τον Dickinson.

Χωρίς μουσικούς εξτρεμισμούς ή προοδευτικότητες, αλλά με ξεκάθαρη προσέγγιση στο μινιμαλιστικό μοτίβο των αρχών του σαουθιάρικου hard rock, και των ράθυμων μπλουζ, το No Reservations κινείται παραδοσιακά, σχεδόν συντηρητικά, και περιέχει κομμάτια όπου συναντάμε στοιχεία και ιδέες στα οποία θα ξανασκοντάψουμε σε μελλοντικές δουλειές του σχήματος. Ενδεικτικά αναφέρω το “I Stand Alone” που αποτελεί έναν ύμνο στην κουλτούρα του δρόμου και θα εξελιχθεί κατά κάποιον τρόπο στο μνημειώδες “Highway Song” του 1979 και το υπέρ-κλασικό άλμπουμ Strikes. Οι πιο αργές στιγμές του όπως το "Simple Man", είναι τα highlights με την μπαλάντα "Stars" να ξεχωρίζει σε ένα άλμπουμ χαρακτηριστικό των 70’s και των ζεστών αναλογικών παραγωγών του, με τις κιθάρες να πρωταγωνιστούν και με αιχμή του δόρατος την φωνή του τραγουδιστή.

Οι συνθέσεις είναι ενδιαφέρουσες και καλογραμμένες/προσεγμένες και η παραδοσιακή προσέγγιση και ατολμία καλύπτεται εύκολα από την ποικιλία και την υψηλή ποιότητα των τραγουδιών - και από τη φωνάρα του Medlocke. Ακόμα καλύτερα για την εταιρία αλλά και τους ίδιους, η ύπαρξη των κραχτών, όπως το "Born To Rock N 'Roll" ή το "Take A Train". Και μιλάμε για κράχτες ολκής! Ύμνοι του southern hard rock, που σαν μικρά κομμάτια παζλ δημιουργούν ένα αποτέλεσμα που ακούγεται μονορούφι σαν μια ολότητα και κάθε φορά που το ακούς σου αρέσει περισσότερο! Εδώ είναι που ο ντράμερ Jakson Spiers αρχίζει να δείχνει τη συνθετική του δεινότητα σε ένα άλμπουμ όπου συνθέτει όλα τα κομμάτια εκτός από το bluegrass "Railroad Man", το οποίο κλείνει το άλμπουμ, μια σύνθεση του ο Shorty Medlocke, του παππού του Rickey.

Ξέχωρα από την φωνάρα του που αναφερθήκαμε και παραπάνω, ο ινδιανικής καταγωγής Medlocke είναι εξαιρετικός και στις κιθάρες με τον Hargrett, ενώ στιβαρό ακούγεται και το ρυθμικό μέρος με το ευδιάκριτο μπάσο του Greg T. Walker και τα διακριτικά ντραμς του Jakson Spiers.

Το No Reservations μπορεί να μην είναι ο καλύτερος δίσκος των Blackfoot, αλλά είναι καμωμένος με σκληρή δουλειά, γεμάτος με έμπνευση, ταλέντο, πάθος, ορμή, δίψα για επιτυχία, όλα εκείνα τα υλικά που κάνουν τα όνειρα πραγματικότητα και αποτελεί θεμέλιο λίθο της μετέπειτα πορείας των Blackfoot. Επομένως, αξίζει να το αποκτήσετε με κλειστά μάτια....

Αν δε ο δίσκος είχε εμπνεύσει τον Μπουρντέν να βαφτίσει έτσι την διάσημη ταξιδιωτική-μαγειρική εκπομπή του, σίγουρα θα με έκανε να τον αγαπήσω λίγο ακόμα παραπάνω...


Πηγή:merlinsmusicbox.gr


 Ο John Cipollina υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη των Quicksilver Messenger Service, μιας από της σημαντικότερες μπάντες του Σαν Φρανσίσκο και ένα από τα δημοφιλέστερα και αξιοσέβαστα συγκροτήματα της αμερικανικής ψυχεδελικής rock σκηνής στα τέλη της δεκαετίας του '60. Ο Cipollina ήταν γεννημένος στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας και εκπροσωπούσε τον αρχέτυπο τύπο των μουσικών της πόλης του.

Ο Cipollina ηχογράφησε πέντε άλμπουμ με τους Quicksilver αλλά τους εγκατέλειψε το 1970 και στα τέλη του 1970 δημιούργησε ένα νέο συγκρότημα, τους Copperhead, μια χαλαρή παρέα φίλων μουσικών που ηχογράφησαν ένα άλμπουμ για την Columbia Records. Μετά τη διάλυσή τους το 1973, ο Cippolina παρέμεινε παραγωγικός μέχρι τον θάνατό τους στις 29 Μαΐου 1989 και συνεργάστηκε με πολλούς και διάφορους καλλιτέχνες (Nick Gravenites, Papa John Creach, Mickey Hart, Terry ant the Pirates κ.α.). Ενώ ο χαρακτηριστικό, σκληρός αλλά κελαρυστός ήχος της κιθάρας του ακούγεται σε δεκάδες δίσκους, ο ίδιος ουσιαστικά δεν ηχογράφησε σόλο άλμπουμ. 


Πηγή:merlinsmusicbox.gr


Πέμπτη 10 Ιουνίου 2021

 Το «Patton» αφηγείται την ιστορία του στρατηγού George S. Patton.ένας από τους πιο περίπλοκους και μυστήριους στρατηγούς όλων των εποχών.

Πρώτη επιλογή για το ρόλο του Πάττον ήταν ο Ροντ Στάιγκερ, ο οποίος όμως αρνήθηκε να συμμετάσχει σε μια ταινία που κατά την άποψή του εξυμνούσε τον πόλεμο. Όταν όμως ο Στάιγκερ είδε το φιλμ στο σινεμά παραδέχτηκε ότι η απόρριψη του ρόλου ήταν το μεγαλύτερο λάθος που έκανε στην καριέρα του.

Πρότειναν επίσης το ρόλο στο Ρόμπερτ Μίτσαμ, ο οποίος επίσης τον απέρριψε για να συμμετάσχει στην ταινία Η Κόρη του Ράιαν (Ryan's Daughter, 1970) του Ντέιβιντ Λιν κι ο ρόλος του αμφιλεγόμενου αυτού στρατηγού δόθηκε τελικά στον Τζορτζ Σι Σκοτ.

Ο Τζορτζ Σι Σκοτ μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του στα Όσκαρ, δήλωσε ότι δεν ήθελε να βρίσκεται σε συναγωνισμό με άλλους ηθοποιούς, (είχε ξαναυπάρξει υποψήφιος το 1961, για το Ο κόσμος είναι δικός μου (The Hustler) κι εκείνη τη φορά δεν είχε αποδεχθεί την υποψηφιότητα). Μετά τη νίκη του αρνήθηκε το βραβείο κι έτσι έγινε ο πρώτος ηθοποιός στην ιστορία των βραβείων που έχει αρνηθεί την τιμή αυτή.

Ο Τζορτζ Πάττον ήταν ίσως η πιο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Β? Παγκόσμιου Πολέμου. Ήταν ο μεγαλοφυής στρατηγός και μεγάλος πατριώτης ή ο έξαλλος εθνικιστής και πολεμοκάπηλος που απείλησε την νεόκοπη τότε ειρήνη; Η ταινία αφηγείται την ιστορία του και δίνει εξηγήσεις για τις πράξεις και τις παραλείψεις του.


 Παραμένει διαχρονικά ένας πρωτοπόρος σκηνοθέτης. Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ  Κάποτε είχε δηλώσει "Οι ξανθές αποτελούν τα καλύτερα θύματα. Μοιάζουν με άσπιλο χιόνι που επιτρέπει να φανούν καλύτερα τα αιματοβαμμένα χνάρια του δολοφόνου.» Το 1920  Ξεκίνησε να δουλεύει σε κινηματογραφικό στούντιο του Λονδίνου. Η πρώτη του ταινία είναι ο "Αριθμός 13", και κυκλοφόρησε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1922.Ολοι οι παραγωγοί των μεγάλων στούντιο στο Χόλυγουντ το 1940 δεν τον αφήσαν να δουλέψει καθώς πίστευαν οτι δεν είναι κατάληλος για να δουλέψει και να κάνει καριέρα .Κέρδισε το 1940  το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας για το "Ρεβέκκα" (Rebecca - 1940). Προτάθηκε  συνολικά επτά φορές για το όσκαρ καλύτερης σκηνοθεσίας .Το 1968 τιμήθηκε  με οσκαρ για την προσφορά του στην έβδομη τέχνη. Οι ταινίες του πολλές και καλές .Θα ξεκινήσω βεβαίως με το  αγαπημένο μου , «Ψυχώ» (Psycho - 1960), «Σιωπηλός Μάρτυρας» (RearWindow - 1954), «Το Κυνήγι του Κλέφτη» (To Catch a Thief - 1955),«Ο Άνθρωπος Που Γνώριζε Πολλά» (The Man Who Knew Too Much - 1956),«Ο Δεσμώτης του Ιλίγγου» (Vertigo - 1958),«Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» (North by Northwest - 1959) κ.α. Συνεργάστηκε με πολλές διάσημες προσωπικοτητες στο χώρο της έβδομης τέχνης οπως οι Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η Μάρλεν Ντίτριχ, η Γκρέις Κέλι, η Κιμ Νόβακ, η Τζάνετ Λι, η Εύα Μαρί Σεντ, η Βέρα Μάιλς και η Τίπι Χέντρεν. Το 1980 ο Hitchcock ορκίστηκε   ιππότης του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (KBE) στο 1980 new years Honours.Πέθανε από νεφρική ανεπάρκεια τον επόμενο μήνα, στις 29 Απριλίου, στο σπίτι του στο Bel Air.και θα κλείσω με μια φράση που χε πει. «Για να φτιάξεις μία πραγματικά καλή ταινία χρειάζεσαι 3 πράγματα: σενάριο, σενάριο, και σενάριο...»


 

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2021

 Ο John «Bonzo» Bonham θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους - για πολλούς ο μεγαλύτερος - rock ντράμερ όλων των εποχών, παραμένοντας μια διαρκής πηγή έμπνευσης για γενιές ντράμερ, διαγράφοντας μια επική πορεία πίσω από τα τύμπανα των Led Zeppelin. Γεννήθηκε στις 31 Μαΐου 1948 στο Redditch του Worcestershire, στα Midlands της Αγγλίας και ήρθε στον κόσμο μετά από τοκετό διάρκειας 26 ωρών. Λίγο αφότου ήρθε στον κόσμο, η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά και επειδή ο μαιευτήρας είχε φύγει από το θάλαμο του τοκετού, η νοσοκόμα υπηρεσίας αναγκάστηκε να καλέσει έναν άλλο γιατρό, ο οποίος κατάφερε να επαναφέρει το βρέφος στη ζωή. O John επέζησε σαν από θαύμα.

Η οικογένεια Bonham είχε τρία παιδιά και ζούσε σε ένα μικρό σπίτι στα περίχωρα του Redditch. Ο John Henry πήρε το όνομα του ξυλουργού πατέρα του, αλλά και του παππού του, και χάρη στη σχετικά ανθηρή οικογενειακή επιχείριση που είχε στήσει ο τελευταίος και το τοπικό πρακτορείο εφημερίδων της μητέρας του, γράφτηκε σε ιδιωτικό σχολείο και αργότερα σε δημόσιο γυμνάσιο. Σύμφωνα με μια σχολική έκθεση που είχε στείλει ο γυμνασιάρχης του στους γονείς του, ο John θα κατέληγε ή σκουπιδιάρης ή εκατομμυριούχος. Ο John πέτυχε διάνα στο δεύτερο, αλλά δεν κατάφερε να το απολαύσει επειδή η μοίρα είχε διαφορετικά σχέδια για αυτόν. 

Το μεγάλο πάθος του John Bonham ήταν τα τύμπανα  και, όπως λέγεται, από πέντε χρονών συνήθιζε να χρησιμοποιεί σαν κρουστό κάθε βολικό αντικείμενο του σπιτιού, από κουτιά με άλατα για το μπάνιο, μέχρι κατσαρόλες, τηγάνια και καπάκια κουζινικών. Στα δέκα του απέκτησε το πρώτο κομμάτι του εξοπλισμού του, ένα ταμπούρο, και στα δεκαπέντε του το πρώτο του σετ από τύμπανα. Όταν παρακολούθησε με τον πατέρα του το The Benny Goodman Story, τη βιογραφική ταινία του 1956 για τον σπουδαίο κλαρινετίστα με σκηνές που απαθανάτιζαν τον αξεπέραστο ντράμερ Gene Kruppa, ο John κατάλαβε αμέσως τι ήθελε να κάνει στη ζωή του. Στις αρχές της δεκαετίας του '60 είχε ήδη αφήσει πίσω του το σχολείο και δούλευε με τον πατέρα του σε οικοδομές, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να παίζει με τους Blue Star Trio και με άλλες τοπικές μπάντες. Τα ινδάλματά του εκείνη την εποχή ήταν οι Johnny Kidd & The Pirates, οι Hollies και οι Graham Bond Organisation, με τον ένα και μοναδικό Ginger Baker στα τύμπανα. Παράλληλα, άκουγε με πάθος τους ντράμερ της αμερικανικής jazz, όπως ο Buddy Rich, ο Art Blakey, Max Roach και ο Louis Bellson. 

Σε ηλικία δεκαέξι χρονών ο Bonham εντάχθηκε στην πρώτη του ημι-επαγγελματική μπάντα, τους Terry Webb & The Spiders, και μαζί τους μπήκε για πρώτη φορά στο στούντιο για την ηχογράφηση του «She's A Mod», μιας διασκευής ενός pop τραγουδιού των Senators. Το 1965, ο 17χρονος Bonham προσχώρησε στους A Way of Life και τον ίδιο χρόνο βρέθηκε παντρεμένος με την Pat Phillips, την οποία είχε γνωρίσει στη διάρκεια μιας συναυλία του. Η Pat είχε μείνει έγκυος και έτσι το ζευγάρι αναγκάστηκε να παντρευτεί. Ο γιος τους, Jason, γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1966 και, ως γνωστόν, ακολουθεί με επιτυχία τα χνάρια του πατέρα του. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο τροχόσπιτο που είχε ο πατέρας του John και ζούσε ακόμα εκεί όταν οι Led Zeppelin κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ στις αρχές του 1969. Η κόρη τους, Zoë, θα γεννιόταν το 1975.

Όταν οι A Way of Life θέλησαν να ηχογραφήσουν ένα demo στο στούντιο Zella του Johnny Haynes, ο τελευταίος έκρινε ότι ήταν αδύνατον να ηχογραφήσει τα τύμπανα του Bonham επειδή ήταν... πολύ δυνατά για τον εξοπλισμό που διέθετε το στούντιο. Χρόνια αργότερα, όταν οι Led Zeppelin είχαν πλέον απογειωθεί στο rock στερέωμα, ο John έστειλε στον Haynes ένα χρυσό δίσκο του συγκροτήματός του μαζί με ένα σημείωμα που έγραφε «Ευχαριστώ για τη συμβουλή».

Στις αρχές του 1968, η φήμη του John Bonham είχε εξαπλωθεί ανάμεσα στους μουσικούς και τα συγκροτήματα γύρω από το Redditch και όσοι τον έβλεπαν διέδιδαν ότι ήταν ένας από τους καλύτερους ντράμερ, συνδυάζοντας δύναμη, αντοχή και τεχνική, με μια σκηνική παρουσία που τον έκανε να ξεχωρίζει. Σε αρκετές περιπτώσεις τα τύμπανά του φθείρονταν ή διαλύονταν, ενώ ο ήχος που παρήγαγαν ήταν τόσο εκκωφαντικός που πολλά κλαμπ του απαγόρευαν να εμφανιστεί επειδή ξεπερνούσε τα καθορισμένα ηχητικά όρια του χώρου. Μέχρι το 1968, ο John άλλαζε συγκροτήματα σαν τα πουκάμισα, καθώς εγκατέλειπε το ένα μετά το άλλο μόλις έβρισκε καλύτερη προσφορά, ενώ πολλές φορές  «έστηνε» τους συνεργάτες του επειδή το ίδιο βράδυ αποφάσιζε να παίξει με άλλους. 

O John γνώρισε τον συνομήλικό του, Robert Plant, στα τέλη του 1965, παίζοντας για ένα σύντομο χρονικό διάστημα με το συγκρότημα του Plant, τους Crawiling King Snakes και όταν τον Ιούλιο του 1968 ο 24χρονος Jimmy Page (ένας ήδη καταξιωμένος κιθαρίστας που είχε χτίσει το όνομά του σαν session μουσικός και σαν μέλος των Yardbirds, αποφάσισε να φτιάξει δικό του συγκρότημα υπό την καθοδήγηση του πανούργου μάνατζερ Peter Grant) παρακολούθησε κατόπιν σύστασης του Plant τον Bonham να παίζει με το συγκρότημα του folk τραγουδιστή Tim Rose σε ένα κλαμπ, κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο άνθρωπος που χρειαζόταν για τα τύμπανα. Ήδη, ο μπασίστας John Paul Jones και ο Robert Plant είχαν συμφωνήσει να συνεργαστούν με τον Page, αλλά στην αρχή ο Bonham ήταν διστακτικός έχοντας πιο προσοδοφόρες προτάσεις από καλλιτέχνες όπως ο Joe Cocker και ο Chris Farlowe. Ο Plant και ο Grant άρχισαν να τον βομβαρδίζουν με τηλεγραφήματα (οκτώ από το Plant και σαράντα από τον Grant!) που τα έστελναν στον John στην αγαπημένη του τοπική παμπ του Bonham. Η επιμονή τους απέδωσε και τελικά ο ντράμερ πείστηκε και αποφάσισε να δεχτεί την προσφορά του Grant.

Οι Νew Yardbirds, όπως ονομάστηκε αρχικά το συγκρότημα, φρόντισαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις των Yardbirds, οι οποίες περιελάμβαναν μια σκανδιναβική περιοδεία, στη διάρκεια της οποίας το βρετανικό κουαρτέτο φωτογραφήθηκε για πρώτη φορά παίζοντας μπροστά σε κοινό στη Δανία. Ένα μήνα αργότερα, οι Led Zeppelin ηχογραφούσαν το πρώτο, ομώνυμο άλμπουμ τους. Από εκεί και μετά η ιστορία πήρε τον δρόμο της και πολύ σύντομα το όνομα του συγκροτήματος χαράχτηκε ανεξίτηλα με χρυσά γράμματα στην ιστορία της rock μουσικής.

Τον Σεπτέμβριο του 1980, τα τέσσερα μέλη του Led Zeppelin ξεκίνησαν πρόβες για την πρώτη τους περιοδεία στη Βόρεια Αμερική από το 1977, η οποία είχε προγραμματιστεί να ξεκινήσει από το Μόντρεαλ του Καναδά στις 17 Οκτωβρίου. Πραγματοποιήθηκαν κοντά στο σπίτι του Jimmy Page στο Windsor, όπου είχε εγκατασταθεί η μπάντα και οι συνεργάτες της. Εκεί ο John Paul Jones και ο Benje LeFevre (ο road manager των Zeppelin) ανακάλυψαν το σώμα του Bonham, το πρωί της 25ης Σεπτεμβρίου, όταν μπήκαν στο δωμάτιό του για να τον ξυπνήσουν επειδή είχε αργήσει για την πρόβα. Όταν δεν τα κατάφεραν, κάλεσαν ασθενοφόρο αλλά ήταν πλέον αργά.  Ο ντράμερ είχε βρει τραγικό θάνατο από αναρρόφηση του εμετού του στη διάρκεια του ύπνου του, σε ηλικία μόλις 32 ετών. Την παραμονή του πρόωρου θανάτου του, ο Bonham έπινε ασταμάτητα βότκα στο σπίτι του Page, από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι τα μεσάνυχτα, καταναλώνοντας υπερδεκαπλάσια ποσότητα από τη μέγιστη που συνιστάται καθημερινά για τους άνδρες στη Μεγάλη Βρετανία. Κάποια στιγμή σωριάστηκε αναίσθητος σε έναν καναπέ και ένας βοηθός τον έβαλε στο κρεβάτι του ακουμπώντας πλάι του μαξιλάρια για να τον στηρίζουν. Από την ιατροδικαστική έρευνα διαπιστώθηκε ότι η αναρρόφηση στη διάρκεια του ύπνου είχε συσσωρεύσει υγρά στους πνεύμονες προκαλώντας στον Bonham πνευμονικό οίδημα. Ως αιτία θανάτου καταχωρήθηκε η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. 

Η κηδεία του Bonham πραγματοποιήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1980 στο ναό της ενορίας Rushock του Worcestershire. Στις 4 Δεκεμβρίου οι Led Zeppelin εξέδωσαν την ακόλουθη λιτή ανακοίνωση μέσω της εταιρείας τους, Swan Song: «Επιθυμούμε να ανακοινώσουμε ότι η απώλεια του αγαπημένου μας φίλου και η βαθιά αίσθηση της αδιαίρετης αρμονίας που αισθανόμαστε εμείς και ο μάνατζέρ μας, μας οδήγησε στην απόφαση ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε όπως ήμασταν».

Όπως πολλές φορές έχουν δηλώσει ο Plant και ο Page, οι Led Zeppelin δεν θα ήταν καλοί ούτε στο μισό χωρίς τον Bonham. Εκείνος ήταν που μαζί με τον John Paul Jones δημιούργησε το ακλόνητο θεμέλιο και τη ραχοκοκαλιά της μπάντας. Για τον Bonham, οι ζωντανές εμφανίσεις των Zeppelin ήταν η ευκαιρία για να κάνει επίδειξη της δεξιοτεχνίας του στη διάρκεια των αναρίθμητων αυτοσχέδιων τζαμαρισμάτων των τεσσάρων μουσικών πάνω στη σκηνή. Πολλές φορές, το περίφημο σόλο του προς το τέλος του «Moby Dick» διαρκούσε δέκα λεπτά ξεσηκώνοντας το κοινό που τον αποθέωνε. Και η άνεσή του όταν έπαιζε, έκανε ακόμα και τα πιο δύσκολα μέρη να φαίνονται απλά.Το χτύπημα της μπότας με το δεξί του πόδι είναι θρυλικό και οι αστραπιαίες τριπλέτες του υπήρξαν το σήμα κατατεθέν του.

Στην αρχή της επαγγελματικής καριέρας του, ο Bonham έπαιζε με τύμπανα Premier, αλλά ο Carmine Appice τον έπεισε ότι τα Ludwig ήταν καλύτερα και ο Bonham ακολούθησε μέχρι τέλους της συμβουλή του. Χρησιμοποιούσε πιατίνια Paiste και μεμβράνες Remo. Σιγά σιγά μεγάλωσε το σετ των τυμπάνων του προσθέτοντας διάφορα κρουστά όπως congas, timbalies και κουδούνα, αλλά και ένα γκονγκ, στο οποίο συνήθιζε να βάζει φωτιά στο τέλος της συναυλίας. Συχνά στη διάρκεια του σόλο του έπαιζε το ταμπούρο με γυμνά χέρια και είχε αναπτύξει μια εδική τεχνική για να ελέγχει τα δάχτυλά του ακούγοντας ηχογραφήσεις του τζαζίστα ντράμερ Joe Morello. Χτυπούσε τα τύμπανα πιο δυνατά από τους άλλους διάσημους ντράμερ της εποχής που είχαν επηρεαστεί από την jazz, όπως ο Ginger Baker, ο Keith Moon και ο Mitch Mitchell, και στην ουσία ραφινάρισε τον ήχο τους, καθιερώνοντας τον ήχο του hard rock στα ντραμς. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ντράμερ που συνήθως ακολουθούν τον μπασίστα, εκείνος ακολουθούσε τα ριφ του Jimmy Page. Χωρίς το σταθερό και μεθοδικό του παίξιμο, ο συνολικός ήχος των Zeppelin θα μπορούσε εύκολα να καταλήξει σε χάος. 

Παρά την εικόνα του σαν ένας αγριάνθρωπος της rock, ο John Bonham ήταν ο κλασικός τύπος του οικογενειάρχη και προτιμούσε να βρίσκεται από το σπίτι του μαζί με την οικογένειά του και να ασχολείται με τη φάρμα του. Τα σύντομα διαστήματα που έμενε στο σπίτι του δεν έπιανε ποτέ τύμπανα στα χέρια του και χαλάρωνε με τους φίλους του. Ήταν λάτρης των πολυτελών και των αγωνιστικών αυτοκινήτων και των αντικών, αλλά οδηγούσε πολύ προσεκτικά. Στο τζούκ μποξ του σπιτιού του άκουγε τα πάντα, από Elvis και James Brown μέχρι Stylistics και Supertramp.  Μισούσε τα αεροπορικά ταξίδια και δεν μπορούσε να κάθεται όλη μέρα άπραγος, περιμένοντας την επόμενη συναυλία. Συχνά η συμπεριφορά του ήταν αλλοπρόσαλλη, με ιστορίες, αληθινές ή ψεύτικες, για τη συμμετοχή του στα οργιαστικά μεθεόρτια (ή προεόρτια) των συναυλιών του συγκροτήματος. Τελικά, οι ασταμάτητες περιοδείες των Zeppelin άρχισαν να εξαντλούν την αντοχή του και την αυτοπεποίθησή του. Η αδρεναλίνη που τον πλημμύριζε όταν έπαιζε μπροστά σε χιλιάδες εκστατικούς θαυμαστές είχε το τίμημά της και ο John ήταν αναγκασμένος να την εκτονώνει σε μια ατέλειωτη σειρά από απρόσωπα ξενοδοχεία και μπαρ. Η ζωή στο δρόμο του ασκούσε μια διαρκή, συχνά αφόρητη πίεση που την επιδείνωναν οι εκδηλώσεις των θαυμαστών, οι γκρούπις, το άφθονο αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Μπορεί στην αρχή η όλη φάση και η σχεδόν άμεση επιτυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες να είχαν την πλάκα τους, αλλά με την πάροδο του χρόνου η μηχανή των Zeppelin άρχισε να ρετάρει και μετατράπηκε για αυτόν σε μια αποθαρρυντική διεργασία. 

Η φήμη και η επιρροή του John Bonham συνεχίζονται μέχρι σήμερα με αμείωτο ενδιαφέρον. Το 2005 το περιοδικό Classic Rock τον κατέταξε πρώτο μεταξύ των 50 καλύτερων rock ντράμερ, το ίδιο και οι αναγνώστες του Rolling Stone το 2011, ενώ ανάλογες διακρίσεις έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί και εξακολουθούν να δημοσιεύονται σε μεγάλα και μικρά μουσικά έντυπα και ιστοσελίδες.

 

Το άγαλμα του Bonham στη γενέτειρά του στο Redditch

Πηγή:merlinsmusicbox.gr

  «ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ» – ΑΝΟΙΧΤΟ ΔΩΡΕΑΝ ΜΑΘΗΜΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ με την υπογραφή του Στέλιου Καλαθά Φέτος η  Συναισθηματική Διαλεκτική  σε κα...