Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

 «Μέσα από την τέχνη του και την ανθρωπιά του, άγγιξε όλες τις καρδιές μας και η θρυλική ζωή του θα αποτελέσει παράδειγμα για τις επόμενες γενιές. Θα είναι για πάντα μαζί μας», δήλωσε ο μάνατζέρ του, Λου Πιτ. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του ήταν ο ρόλος του στην ταινία «Η μελωδία της ευτυχίας». Εμφανίστηκε σε περισσότερες από 100 ταινίες.

Γεννημένος στις 13 Δεκεμβρίου 192, ο Καναδός ηθοποιός μετρούσε επτά δεκαετίες στον κινηματογράφο την τηλεόραση και το θέατρο με μεγάλες επιτυχίες και σπουδαίους ρόλους.

Έκανε το ντεμπούτο του το 1957 στην ταινία «Stage Struck» και έλαβε παγκόσμια αναγνωρισιμότητα το 1965 για τη συμμετοχή του στο βραβευμένο με Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας μιούζικαλ του Ρόμπερτ Γουάιζ «Η Μελωδία της Ευτυχίας» (The Sound of Music), όπου έκανε τον πατέρα της οικογένειας Φον Τραπ.


Ακολούθησαν οι ταινίες «Έρωτες Που Σβήνουν την Αυγή» (Inside Daisy Clover, 1965), «Η Νύχτα των Στρατηγών» (Night of the Generals, 1967, Έρβιν Ρόμελ) και «Ο Άνθρωπος Που θα Γινόταν Βασιλιάς» (The Man Who Would Be King, 1975).

Τη δεκαετία του '70 συμμετείχε στη σειρά του Φράνκο Τζεφιρέλι «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ» (Jesus of Nazareth) στο ρόλο του Ηρώδη Αντύπα και κατά τη δεκαετία του '80 συμμετείχε στην επιτυχημένη σειρά «Τα Πουλιά Πεθαίνουν Τραγουδώντας».

Τη δεκαετία του '90 συμμετείχε στις ταινίες «Μάλκολμ Χ» (Malcolm X, 1992), «Οι Δώδεκα Πίθηκοι» (Twelve Monkeys, 1995) και «The Insider», 1999.

Οι πιο πρόσφατες ταινίες στις οποίες συμμετείχε είναι: «Ψηλά στον Ουρανό» (Up, 2009), «Ο Τελευταίος Σταθμός» (The Last Station, 2009), «Ο Φανταστικός Κόσμος του Δρ. Παρνάσους» (The Imaginarium of Doctor Parnassus, 2009), «Οι Πρωτάρηδες» (Beginners, 2010), «Το Κορίτσι με το Τατουάζ» (The Girl with the Dragon Tattoo, 2011), «Ο παραχαράκτης» (The Forger, 2014), «Γράμμα από το παρελθόν» (Remember, 2015), «Όλα τα λεφτά του κόσμου» (All the Money in the World, 2017) και «Στα Μαχαίρια» (Knives Out, 2019).

O Πλάμερ έχει βραβευτεί με δυο Έμμυ, δύο Τόνυ, μια Χρυσή Σφαίρα, ένα BAFTA και ένα Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου. Η νίκη του στα Όσκαρ για την ταινία «Οι Πρωτάρηδες» (Beginners), σε ηλικία 82 ετών, τον κατέστησε τον γηραιότερο ηθοποιό που κέρδισε ποτέ το βραβείο.

Το 1968 τιμήθηκε από τη Βασίλισσα Ελισάβετ με τον τίτλο του Ιππότη, ενώ, επιπλέον, έχει τιμηθεί αντίστοιχα από το κράτος του Καναδά, ήταν Επίτημος Διδάκτωρ της Σχολής Juilliard της Νέας Υόρκης και πέντε μεγάλων Πανεπιστημίων του Καναδά. Το 1986 μπήκε στο Θεατρικό Hall of Fame και το 1999 στην αντίστοιχη επετηρίδα του Καναδά.

Έφυγε από την ζωή, σήμερα Παρασκευή, 05 Φεβρουαρίου 2021

Πηγή:naftemporiki.gr

 Την ταινία αυτή την πετυχαίναμε συχνά στα ράφια των video clubs στα 80s και 90s. Το «The Video Dead» δεν είναι μια κλασική ταινία με ζόμπι. Εδώ έχουμε την πρωτοτυπία οι νεκροζώντανοι να μην αναδύονται –όπως θα ανέμενε κανείς- από τα χώματα ενός νεκροταφείου αλλά να βγαίνουν από μία παλιά τηλεόραση (!) σκορπίζοντας τον τρόμο στη γύρω περιοχή.

Βέβαια δεν πρέπει να φανταστείτε μαζικά ντου από αιμοβόρες ομάδες ζόμπι αλλά πιο ήπια πεσίματα από ολιγάριθμα αφελή νεκροζώντανα πλάσματα τα οποία είναι αυτό που λέμε «ένας κι ένας». Υπάρχουν διάφοροι χαρακτήρες από τα ζόμπι που ξεχωρίζουν όπως ο «νεαρός γόης» και η «τρελή νύφη» που κυνηγάει έναν από τους πρωταγωνιστές με ηλεκτρικό πριόνι (!) θυμίζοντάς για μια στιγμή τι δυσάρεστη μοίρα περιμένει τους άτυχους ή άπιστους γαμπρούς από τις εξαγριωμένες συζύγους τους (χεχε)!

Σε γενικές γραμμές η ταινία συνδυάζει τον τρόμο με την κωμωδία, αλλά δυστυχώς είναι κάπως αργόσυρτη έως αρκετά βαρετή σε πολλά διαστήματα αλλά και μόνο η απορία να δεις πώς τελειώνει αυτό το ιδιόμορφο και κακόγουστο φιλμάκι τρόμου θα σας κρατήσει στην οθόνη μέχρι το τέλος.

Αρχικά υπήρχαν σκέψεις για sequel στο οποίο ο πρωταγωνιστής θα εισερχόταν εντός της τηλεόρασης στον κόσμο των ζόμπι και θα υπήρχε περισσότερη δράση. Δεν έλαβε όμως το κατάλληλο budget και το sequel έμεινε στην ιδέα μόνο…

Η υπόθεση εξελίσσεται σε ένα εξοχικό σπίτι όπου δύο νεαρά αδέρφια –ο Jeff και η Zoe- έχουν μόλις μετακομίσει αγνοώντας ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης που είχε παραλάβει την τηλεόραση σφαγιάστηκε από τα ζόμπι. Ένας άγνωστος άνδρας με καουμπόικο στιλ (ο κ. Daniels) έρχεται να τους προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που ελλοχεύει γνωρίζοντας την φύση της τηλεόρασης και τη δράση των ζόμπι αλλά αρχικά τα δύο αδέρφια αδιαφορούν όπως ήταν ευνόητο. Μέχρι φυσικά το χτύπημα των ζόμπι!

Από ένα σημείο και μετά η δράση μεταφέρεται στο κοντινό δάσος όπου ο Jeff και ο κύριος Daniels εξορμούν για να φέρουν πίσω μια φίλη του νεαρού Jeff που απήγαγαν τα ζόμπι και φυσικά να τα εξοντώσουν. Εκεί διαδραματίζονται σκηνές αιματοβαμμένες αλλά και κωμικές όταν οι δύο πλευρές συγκρούνται, όμως κάπου εδώ η διήγηση πρέπει να σταματήσει ώστε να διατηρηθεί ένα ενδιαφέρον απ’όσους τολμήσουν να ρίξουν ένα βλέφαρο σε αυτό το φτηνό και κάτω του μετρίου φιλμάκι κωμικού τρόμου.


Μην περιμένετε πολλά από ερμηνείες. Κυμαίνονται σε τραγικά επίπεδα με τις χαζές και ανούσιες ατάκες να αφθονούν. Πάντως τα ζόμπι εμφανισιακά δεν είναι καθόλου άσχημα και φέρουν πετυχημένο μακιγιάζ για τα standards της ταινίας. Αν και το «The Video Dead» είναι διασκεδαστικό ανά διαστήματα, του λείπουν εκείνα τα στοιχεία που θα το ανέβαζαν από το trash στο cult. Επομένως…


Πηγή:Horrormovies .gr 

 Το μοτίβο της «φάρσας που πήγε στραβά» ήταν πολύ διαδεδομένο στα slasher φιλμ των 80s αλλά και των 90s. Αυτό το κλισαρισμένο αλλά πάντα αγαπημένο μονοπάτι ακολουθεί και το επερχόμενο φιλμ τρόμου «The Sinners» που αναμένεται να κυκλοφορήσει διαδικτυακά στις 19 Φεβρουαρίου του 2021.

Το φιλμ ακολουθεί μια κλίκα 7 μαθητριών λυκείου που γίνονται στόχος ενός μανιακού δολοφόνου μετά από μια φάρσα που στράβωσε δυσάρεστα κατά την εκτέλεσή της. Οι κοπέλες αυτοαποκαλούνται «The Sins» και ζουν σε μια βαθιά θρησκευόμενη πόλη.

Το «The Sinners» είναι καναδέζικη παραγωγή και θα κυκλοφορήσει και με τον εναλλακτικό τίτλο «The Color Rose». Τη σκηνοθεσία υπογράφει η νεαρή ηθοποιός Courtney Paige ενώ η ίδια έχει επιμεληθεί και το σενάριο μαζί με την Erin Hazlehurst. Ας σημειωθεί ότι το «The Sinners» είναι και η πρώτη μεγάλης διάρκειας ταινία της συγκεκριμένης σκηνοθέτριας.


Ενδιαφέρον έχει ο συνδυασμός folk και slasher στοιχείων που λέγεται ότι συνδυάζει το φιλμ. Μέχρι τώρα έχει προβληθεί στα Toronto International Spring of Horror and Fantasy Film Festival και Mammoth Film Festival. Μέχρι να το δούμε και να το κρίνουμε, τσεκάρετε το φρέσκο επίσημο trailer για μια πρώτη εικόνα.


Πηγή:Horrormovies .gr

 Για τη συντριπτική πλειοψηφία των «οπαδών» των Maiden, το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι το πιο αδύναμο – πάντα από αυτά με τον Dickinson πίσω από το μικρόφωνο και πάντα πριν την επική επανένωση του 1999. Όταν πρωτοβγήκε (με τίτλο που «έπαιζε» με τις λέξεις της ταινίας “A prayer for the dying” ίσως;), πολλοί βιάστηκαν να θάψουν. Για την ακρίβεια, βιάστηκαν να συνεχίσουν να θάβουν. Η ιστορία είχε ξεκινήσει κάτι εβδομάδες πριν, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο single του δίσκου. Το “Holy Smoke”…

 
noprayer2038
   Απλό τραγουδάκι, χωρίς εξάρσεις και κορώνες, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο, το συγκεκριμένο κομμάτι τα έχωνε στους τηλε-ευαγγελιστές και συγκεκριμένα στον Αμερικανό «ιεροκύρηκα» Jimmy Swaggart. Πολλοί γκρίνιαξαν ότι το «έχουν ξαναδεί το έργο», αφού το “Miracle Man” του Ozzy, όσο και το “Son Of A Gun” του ίδιου του Dickinson, από το ντεμπούτο του, είχαν ήδη ηχήσει στα αυτιά τους. Και μετά… ήλθε και το video. Ανατρεπτικό, πρωτοποριακό, εντελώς Monty Python.

   Το συγκρότημα των Maiden, η μεγαλύτερη Μέταλ μπάντα του πλανήτη, αυτοσαρκαζόταν! Τρακτέρ σε πράσινες εκτάσεις, πλαστικές κιθάρες, «χαζά» σε γήπεδα ποδοσφαίρου και ύφος Muppet Show. Πολλοί δεν μπορούσαν να το χωνέψουν, με τίποτα. Ούτε και θυμάμαι πόσοι φίλοι μου μου την έλεγαν και μάλιστα άγρια, για το συγκεκριμένο άλμπουμ. Μονίμως απαντούσα «Ρε, παιδιά, το ακούσατε ολόκληρο; Έχετε καταλάβει περί τίνος πρόκειται; Μήπως απλά σας τύφλωσε η σκόνη απ’ το τρακτέρ»; Σήμερα, δεκαεπτά χρόνια μετά, οι περισσότεροι από αυτούς τους φίλους έχουν αφήσει το Μέταλ (καιρό τώρα), δίνοντάς μου έτσι το χώρο και το πόντιουμ, άρα και το πάνω χέρι, όσον αφορά το μπλα-μπλα…

   Η εποχή ήταν λίγο περίεργη. Μετά το 1988, το “Seventh Son…” και την παγκόσμια περιοδεία, μετά το θρίαμβο και την απόλυτη επιτυχία, η μπάντα έκανε ένα διάλειμμα. Βγήκε εμβόλιμα το “Maiden England” video, ενώ Dickinson και Smith αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν τα πρώτα τους προσωπικά άλμπουμ. Με το Smith υπάρχει πρόβλημα, ο εν λόγω μουσικός μάλλον δεν θέλει να αναμιχθεί με το Μέταλ τόσο σύντομα. Στην ουσία όμως, όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Smith αργότερα, ο μεγάλος Άγγλος μουσικός ήταν απόλυτα στραβωμένος που οι συμπαίχτες του έτρεχαν τα κομμάτια του σκοτωμού. «Έπνιγαν» το Dickinson και κατέστρεφαν πρώτης τάξεως Heavy Metal ύμνους. Το ίδιο το “Maiden England” είναι τρανός μάρτυρας αυτής της παρωδίας, με την εμμονή των υπολοίπων και δη του Steve Harris, να παίζουν τόσο γρήγορα στα Live. O Smith γκάριζε αλλά δεν τον άκουγε κανείς. Και κάποια στιγμή έφυγε.

   Το μοναδικό τραγούδι που έχει προσφέρει ο «Η» στο άλμπουμ αυτό είναι το “Hooks in you” (το οποίο αναφέρεται σε «κάποιο» νούμερο 22…), που έχει συγγράψει με τον Dickinson και το οποίο είναι πραγματικά «ξένο» σε σχέση με τα υπόλοιπα – εξαιρουμένου ίσως του “Holy Smoke”.
 
   Στη μπάντα έρχεται ο Janick Gers, ο κιθαρίστας που είχε παίξει στο “Tattooed Milionaire” του Bruce. Παλιά καραβάνα ο ίδιος, έχοντας παίξει με πολύ κόσμο, Purple-ικός κατά βάση (βλ. White Spirit, Ian Gillan, Fish), «σαματατζής» όμως στην ουσία, φέρνει το «κατιτί» καινούργιο. O Gers, εκπληκτικός κιθαρίστας και συνθέτης, έγινε δέκτης διάφορων κουλών, παραμένει τέτοιος δέκτης ακόμα και σήμερα, αλλά αυτό δεν διορθώνεται. Δυστυχώς…

   Η ουσία είναι ότι τα τραγούδια της δουλειάς αυτής είναι πραγματικά προσεγμένα, παρά τα όσα μπορεί να ακούσετε από «άλλους». Οι μικρές διάρκειες κομματιών μπορεί να ξένισαν, αλλά οι «οπαδοί» εξεμάνησαν επειδή οι Αυτοκράτορες έπαψαν να είναι «σοβαροί». Το “Tailgunner”, που ανοίγει το άλμπουμ, είναι κοφτό, τσαμπουκαλεμένο, γρήγορο, πωρωτικό. Γενικά, σχεδόν όλα τα κομμάτια είναι μικρά σε διάρκεια (ούτε ένα δεν ξεπερνά τα έξι λεπτά σε διάρκεια, κάτι που δεν συναντάται σε κανένα άλλο άλμπουμ τους) και πολύ «κοφτερά». Ψιλό-εξαίρεση αποτελούν το ομώνυμο τραγούδι, που ξεκινά αργά, έχει όμως έναν επίλογο όλο φωτιά και το τελευταίο του δίσκου, το “Mother Russia”, το οποίο και άρεσε περισσότερο στους «οπαδούς». Η υφή του είναι αρκετά προσαρμοσμένη στα μπαρόκ μοτίβα των πρώην Σοβιετικών, ενώ το υπόβαθρο στα σόλο είναι ένα εμπνευσμένο tutti μπάσου, ρυθμικής κιθάρας και τυμπάνων. Ναι, οι οπαδοί του Malmsteen χαμογελάτε χαιρέκακα... Άστο, δεν τσιμπάω.
 

   «Όλα τα λεφτά» είναι αλλού όμως. Τρομερό το “Public Enema Number One”, πρώτης τάξης λογοπαίγνιο, με θεματικό σόλο στην αρχή, κιθάρες να γκαρίζουν και ψαγμένο ρεφρέν. Ακολουθεί το “Fates Warning”, με πλήκτρα και κιθάρες να «εισάγουν» και ένα μανιασμένο θέμα να εισβάλει στη συνέχεια. Τρομερές κιθάρες πάνω στα κουπλέ, σχεδόν ανατριχιαστικές.

   Γυρίζω το δίσκο από την άλλη. Βάζω να πέσει η βελόνα στα αυλάκια. Το «δηλητηριώδες» riff του “The Assassin” ποτίζει όλο το χώρο γύρω του. Τρομερό τέμπο. Και η γέφυρα οδηγεί στην κορύφωση του ρεφρέν. “Assassin” βρυχάται ο Dickinson, ο οποίος δυστυχώς, εκείνη την περίοδο, έχει μια απίστευτη εμμονή να χρησιμοποιεί τη φωνή του γρέντζα, με αποτέλεσμα να μην επιτυγχάνεται το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Οι επιρροές από την προσωπική του δουλειά προφανώς…

   Το επόμενο κομμάτι είναι αυτό που μου είχε κάνει την καλύτερη εντύπωση, από το πρώτο κιόλας άκουσμα. Ένα πραγματικό διαμάντι. “Run Silent Run Deep”. Σαφώς επηρεασμένο από την ομώνυμη πολεμική ταινία (με πρωταγωνιστές τους Clark Gable, Burt Lancaster και τον αγαπημένο μου Don Rickles), το έπος αυτό ασχολείται με τα υποβρύχια και το σιωπηλό ρόλο τους στον πόλεμο. Είναι, θα έλεγε κανείς, η «σοβαρή» έκδοση του “Dive! Dive! Dive!”. Τρομακτικό θέμα, άπιαστο ρεφρέν όπως και η δισολία μεταξύ των σόλο. Γνωστό NWOBHM συγκρότημα (οι Raven, μην το ψάχνετε άδικα) είχε βγει και κατηγορήσει τους Maiden ότι το αντιγράφει, επειδή, άκουσον-άκουσον, έχει και αυτό γράψει προγενέστερα κομμάτι με τον ίδιο τίτλο! Ακόμα γελάνε όσοι έχουν ασχοληθεί με το θέμα…

   Ο Dickinson είχε γράψει ένα τραγούδι, το οποίο είχε συμπεριληφθεί στο O.S.T. της ταινίας «Εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες Νο 5». Τίτλος του τραγουδιού αυτού “Bring Your Daughter To The Slaughter”. Χαριτωμένο, με αρκετά δεύτερα φωνητικά και “light” ενορχήστρωση, είχε προκαλέσει τη… ζήλια του Harris. «Παλιομπάσταρδε! Φοβερό τραγούδι», φέρεται ότι του είχε πει. Ε, οι Maiden το πήραν αυτό το κομματάκι, του έβαλαν τελείες ανάμεσα στις ημί-περιόδους (Bring Your Daughter… …To The Slaughter), το ανέβασαν σε ταχύτητα, αφαίρεσαν τις «φιοριτούρες» στις φωνές, αφήνοντας μόνο την πρώτη και κάπως έτσι δημιουργήθηκε το μοναδικό single στην ιστορία heavy metal μπάντας που ανέβηκε στο Νο 1 στα chart του Ηνωμένου Βασιλείου. Εντυπωσιακό, έτσι; Ε, οι οπαδοί των Maiden, βλέπετε. Και η ευτυχής συγκυρία να μην πειράζουν το top-ten πρωτοχρονιάτικα…

   Το άλμπουμ επανακυκλοφόρησε, με αλλαγμένο το εξώφυλλο, ο τυμβωρύχος «απουσιάζει»… τα κόλπα των Εγγλέζων…

   Δυστυχώς, αυτοί οι Εγγλέζοι, που λέγαμε πιο πάνω, έχουν σνομπάρει τελείως τούτο το άλμπουμ. Μόνο το “Bring Your Daughter…” κατέληξαν να παίζουν και αυτό… παλιά. Δεν έχω ιδέα αν κάποτε, στο τρίτο “Years” της ιστορίας τους, αποφασίσουν να το «αναστήσουν» (τέταρτο και βλέπουμε), ούτε καν αν θα υπάρχουν τότε (τι λες, μωρέ βλαμμένε;). Είναι ένα άλμπουμ που μου αρέσει πολύ όμως. Είναι ευθύ και ζουμερό. Α… και κάτι για τους φίλους που τα ψάχνουν. Ο Nicko είχε, ειδικά για αυτό το δίσκο, στήσει τα μικρόφωνα πάνω από το drum-kit, όπως συνήθιζε να κάνει ο μεγάλος Bonzo…
 
Κώστας Κούλης
 
1. Tailgunner
2. Holy Smoke
3. No Prayer For The Dying
4. Public Enema Number One
5. Fates Warning
6. The Assassin
7. Run Silent Run Deep
8. Hooks In You
9. Bring Your Daughter... To The Slaughter
10. Mother Russia

Πηγή:noizy.gr

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

 

«Blood Bath»(1965)

Συνάντηση δύο καλτ κόσμων! Jack Hill και Stephanie Rothman σε μια βαμπίρ εκδοχή που δεν ξανάγινε(τολμώ να προβλέψω πως ούτε πρόκειται να συμβεί στο απώτερο μέλλον)! Η καλλιτεχνική πλευρά ενός απέθαντου, ή αλλιώς «ξυπνά μέσα μου ο ζωγράφος»! Οι δύο σκηνοθέτες και σεναριογράφοι τερματίζουν την πίστα της b – movie πρωτοτυπίας, με ένα σενάριο που αγγίζει το ταβάνι στην κατηγορία αυτών των ταινιών! Ευφάνταστο, πνιγμένο στο μαύρο χιούμορ και τον σοφιστικέ τρόμο, με μοναδικές ατάκες και επινοήσεις. Το “Blood bath” αποτελεί τον προθάλαμο της κορυφαίας δημιουργίας του Hill που ήρθε ένα χρόνο μετά(Spider Baby). Μοιάζει με story board των καρικατούρων που καθιέρωσε, σε μια πρώτη του επαφή με το κοινό. Κάτι σαν πείραμα με θύματα τους ανυποψίαστους θεατές, σε ένα ντελίριο τέχνης και αίματος! Τέτοιο «λουτρό» σπανίως συναντάμε στη μεγάλη οθόνη. Οι φίλοι του σκηνοθέτη θα το λατρέψουν!

Τρελή περίπτωση ο Hill, από τις ελάχιστες σινε – περσόνες με το δικό τους wall of sound, μια ολοκληρωμένη και ανατρεπτική φιλοσοφία με άλλα λόγια, μια κινηματογραφική κοσμογονία, αν προτιμάτε. Από τα πρώτα του βήματα γύρισε χωρίς δισταγμό την πλάτη στα μεγάλα στούντιο, για να δουλέψει ανεπηρέαστος, αποφεύγοντας τα “μη” και τα “πρέπει”. Ο Hill στάθηκε τυχερός, αφού το μείγμα αυτό μαύρου χιούμορ, αυτοσαρκασμού, βίας, παρωδίας, καλτ αντίληψης και, σεξιστικών αναφορών, αναγνωρίστηκε εν ζωή. Η διαδρομή του επηρέασε πολλούς μετέπειτα συνεχιστές της δουλειάς του, με πρώτο και πιο γνωστό τον Quentin Tarantino. Αν είχαν συνυπάρξει χρονικά οι δύο σκηνοθέτες, θα είχαμε να κάνουμε με σινε – αποκάλυψη! Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές ποιά θα μπορούσε να είναι μια πεντάδα των καλύτερων του ταινιών. Μέχρι πρόσφατα είχα κατασταλάξει στις 4 εξ αυτών. Σήμερα, μπορώ επιτέλους να προσθέσω και την πέμπτη. Τις παραθέτω με σειρά αξιολόγησης.

  1. Spider Baby (a.k.a. The Maddest Story Ever Told) (1967). Ότι πιο ανατρεπτικό συνέλαβε και υλοποίησε ποτέ. Διασκευή κλασσικού θέματος κι εδώ(“Οικογένεια Άνταμς”), αλλά στην πολύ της ακραία εκδοχή. Φευγάτο φιλμάρισμα, χαρακτήρες βγαλμένοι από απαγορευμένο κόμικς, καταπληκτική ατμόσφαιρα και, ο καλύτερος Lon Chaney, Jr. που είδαμε ποτέ.
  2. The Big Doll House (1971). Πως του ξέφυγε αυτό το σενάριο του Russ Meyer, κανείς δεν ξέρει(και δεν νομίζω να μάθει). Η μούσα του Hill(Grier), μπαίνει στο “κλουβί με τις τρελές” και ο κινηματογράφος ανακαλύπτει ένα καινούργιο, ανεξερεύνητο μονοπάτι, το wip(women in prison).
  3. Coffy (1973). Θα έβαζα το Foxy Brown (1974) σ’ αυτή τη θέση, αλλά το μάτι της Pam Grier γυαλίζει περισσότερο εδώ, το στόρι είναι τουλάχιστον 3 φορές καλύτερο και η λέξη “εκδίκηση” ανεβαίνει επίπεδο. Επιπλέον, έχει και τις φοβερές soul μελωδίες του Roy Ayers.
  4. Για αυτή τη θέση προόριζα το The Snake People (1971). Η επιστροφή ενός θρύλου. Ο Boris Karloff σε ρόλο κροίσου, τα βάζει με βουντού, φίδια και σαλεμένες φυλές, σε ένα τροπικό νησί. Αλληλούια! Όμως, έπειτα από την προβολή του Blood Bath (a.k.a. Track of the Vampire) (1966), άλλαξα γνώμη με συνοπτικές διαδικασίες(Συγνώμη, Boris!). Τους λόγους θα τους διαβάσετε στην παρουσίαση του εν λόγω φιλμ.
  5. Switchblade Sisters (1975). Η γυναίκα βρίσκει επιτέλους τη θέση της στο έργο του Συμμορίες, κλωτσοπατινάδα, έρωτες, πολιτική αμφισβήτηση, κι ένα μισάωρο φινάλε ασύλληπτο. Φήμες ότι ο Tarantino βλέποντας την πήρε τα βουνά για ένα μήνα, παραμένουν ανεπιβεβαίωτες.

Εκτός λίστας, αλλά μοναδικό εξίσου, το “Pit stop”(1969), όπου ο μηχανοκίνητος αθλητισμός συναντάει τον κ. Hill, σε μια γνωριμία που σημάδεψε και τους δύο!


Δύο λόγια και για την δεύτερη σκηνοθετική καρέκλα της ταινίας. Η μόνη γυναίκα που βούτηξε ποτέ σε αυτά τα καλτ νερά, χωρίς μάλιστα να πνιγεί, η Stephanie Rothman, διακατέχονταν επίσης από σύνδρομο αντισυμβατικότητας. Πρωτοπαλίκαρο του Roger Corman, με sci fi ανησυχίες και εξτρεμιστικές σινε αντιλήψεις. It’s a Bikini World (1967), The Student Nurses (1970), The Velvet Vampire (1971), Group Marriage (1973), Beyond Atlantis (1973), ταινίες ορόσημο των καλτ ’70ς. Το χιούμορ της ήρθε και έδεσε με αυτό του Hill, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα. Ο Corman έχει βάλει κι εδώ το χεράκι του(κι ας μην μνημονεύεται). Η ταινία αρχικά είχε μορφή κατασκοπικού θρίλερ, όταν ήταν ακόμη στα χέρια του Corman. Κάποια στιγμή βαρέθηκε και, πριν αποχωρήσει, έδωσε τη σκυτάλη στο δίδυμο Hill – Rothman, μαζί και ως παρακαταθήκη πλάνα γυρισμένα Βενετία(όχι την original, αυτήν της Καλιφόρνια). Όλα αυτά εν έτει 1964, όταν ο Corman είχε βάλει στο παιγνίδι και τον Francis Ford Coppola(σφόδρα επηρεασμένος από την γνωριμία τους γύρισε το Dementia 13). Δύο χρόνια μετά, κι ενώ το κοντέρ έγραφε αχόρταγα b – movie δημιουργίες, οι Hill και Rothman αποφάσισαν να οδηγήσουν το “Blood bath” στην γραμμή του τερματισμού. Στην Αμερική η American International Pictures το πρόβαλε στις αίθουσες  “πακέτο” με το Queen of Blood(συνεργασία Corman – Rothman). Στην Ελλάδα η ταινία δεν έκανε στάση για προβολή. Είχαμε άλλες δουλειές εκείνα τα χρόνια, δεν προλαβαίναμε να ασχοληθούμε με τέτοια φιλμ…

https://en.wikipedia.org/wiki/Stephanie_Rothman

Το “Blood bath” είναι μια θρίλερ διασκευή που βάζει ιδέες. Το κλασικό θέμα τυγχάνει μιας σαδιστικά καινοτόμας αντίληψης, όπου ο δράκουλας αποποιείται  την ρετσινιά της ευγενούς του καταγωγής, τα κίνητρα ξεστρατίζουν για τα καλά, η νύχτα συμφιλιώνεται απόλυτα με την ημέρα, ενώ τα θύματα γνωρίζουν διπλό μαρτύριο: τον θάνατο και την φριχτή απεικόνιση σε πίνακες ζωγραφικής(δεν ξέρω τι είναι χειρότερο από τα δύο!). Το σκηνοθετικό δίδυμο δίνει ρεσιτάλ αυτοσχεδιασμού και μοντέρνας οπτικής. Andy Warhol και Russ Meyer συνυπάρχουν ως επιρροές και τάσεις, με ένα καλλιτεχνικά αποτελεσματικό τρόπο. Τα πλάνα και η φωτογραφία στους σκοτεινούς δρόμους, οι αποστάσεις, οι λήψεις του καμπαναριού και της καμπάνας, θυμίζουν νουάρ περισσότερο παρά θρίλερ. Φοβερή η αφαιρετική εκείνη σκηνή, με τον ζωγράφο να βρίσκεται σε ένα εφιαλτικό ατελιέ, όπου στο απόλυτο πουθενά στέκεται με τα πινέλα και τα καβαλέτα του, υπό το απειλητικό βλέμμα της θάλασσας. Hats of to Alfred Taylor. Ο διευθυντής φωτογραφίας είναι από τα πολύ δυνατά χαρτιά του φιλμ, όπως και ο Ronald Stein με τις μουσικές του. Πρωταγωνιστεί ο William Campbell(μεγάλη η ομοιότητα του με τον Matthew Perry από τα “Φιλαράκια”!), γνωστός δευτερορολίτης σε μέτριες έως καλές παραγωγές του ’50. Ήταν καλός στα Operation Pacific, Small Town Girl, Escape from Fort Bravo, The High and the Mighty, Man Without a Star, Love Me Tender και, Hush… Hush, Sweet Charlotte. Παίρνει επάνω του τον ρόλο και ετα πηγαίνει εξαιρετικά. Λαβράκι αποδείχτηκε για το φιλμ η επιλογή του. Ο Campbell είχε παίξει και στο Dementia 13 του Κόπολα. Σε ρόλους που ακροβατούν μεταξύ παρωδίας και εκκεντρικότητας, οι Marissa Mathes, Lori Saunders, Sandra Knight, ο μόνιμος συνεργάτης του Hill Sid Haig, Biff Elliot, Jonathan Haze και, David Ackles.

https://en.wikipedia.org/wiki/William_Campbell_(actor,_born_1923)

ΥΠΟΘΕΣΗ

Το παλιό καμπαναριό στεγάζει τον τρόμο της κατάρας ενός βαμπίρ, που διψάει για εκδίκηση, φρέσκο αίμα, αθώα κορίτσια, αλλά και για ζωγραφική. Μια παρέα νεαρών ζωγράφων που αναζητούν νέες τεχνοτροπίες, θα βρεθούν στο επίκεντρο ενός αρχέγονου ντελίριου φρίκης, καθώς ο απέθαντος ζει ανάμεσα τους απεικονίζοντας τα θύματα του στα μακάβρια πορτρέτα που φιλοτεχνεί. Τον καθοδηγεί το μίσος για την μούσα του Μελίσα που τον πρόδωσε στις φλόγες του εξαγνισμού, για να ζωντανέψουν από κοινού έναν ανείπωτο εφιάλτη…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

Πηγή:Cineoasis

 


Το «Sultans of Swing» ήταν το τραγούδι που άνοιξε την πόρτα της δισκογραφικής εταιρίας για τους Dire Straits, που όπως δηλώνει και το όνομά τους ήταν σε «δύσκολη κατάσταση» (δεινή θέση).

«Ζούσαμε με το τίποτα και δεν μπορούσαμε καν να πληρώσουμε το λογαριασμό του φυσικού αερίου », είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή του ο μπασίστας John Illsley, προσθέτοντας ότι δεν ονομάστηκαν Dire Straits τυχαία.

Σε αυτή τη φάση βρισκόταν το συγκρότημα όταν ο frontman, Mark Knopfler έπαιξε στα άλλα μέλη το «Sultans of Swing» το οποίο δεν είχε τη μορφή που γνωρίζουμε.


«Την πρώτη φορά που άκουσα τον Mark να το παίζει ήταν εντελώς διαφορετικό» θυμάται ο Illsley. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και ο Knopfler πίστευε ότι δεν είχε τη σπίθα εκείνη που θα το έκανε επιτυχία. Την απέκτησε όταν βρήκε τα χρήματα για να αγοράσει μια κιθάρα Stratocaster του 1961 και να το παίξει με αυτή.

To demo του τραγουδιού ηχογραφήθηκε στα Pathway Studios, που βρίσκονται στο Βόρειο Λονδίνο, τον Ιούλιο του 1977. Το single έφτασε στο τοπ-10 στον Καναδά, τη Νότια Αφρική και τις Ηνωμένες Πολιτείες και στο τοπ-10 στην Αυστραλία, την Ιρλανδία και την Αγγλία.

Ο Mark Knopfler το εμπνεύστηκε παρακολουθώντας ένα συγκρότημα της Jazz να παίζει μια βροχερή νύχτα σε ένα μπαρ μπροστά σε τέσσερις-πέντε μεθυσμένους που δεν του έδιναν καμιά σημασία. Όταν τέλειωσαν το πρόγραμμα ο τραγουδιστής ανακοίνωσε με μεγάλη σοβαρότητα: «Καληνύχτα και ευχαριστούμε. Είμαστε οι Sultans of Swing»

Ο Knopfler είπε αργότερα για τη σκηνή αυτή: «Moυ φάνηκε αστείο αυτό που είπε γιατί Σουλτάνοι σίγουρα δεν ήταν». Ωστόσο η σκηνή του καρφώθηκε στο μυαλό και αργότερα του έδωσε την ιδέα για το τραγούδι που καθιέρωσε το συγκρότημα και τον ίδιο τον Knopfler ως κιθαρίστα.

Ο Knopfler πήρε πολλές ιδέες για συγγραφή τραγουδιών από την παρατήρηση των καθημερινών ανθρώπων, κάτι το οποίο δεν μπόρεσε να συνεχίσει να κάνει όταν έγινε διάσημος.

Οι «Guitar George» και «Harry» που αναφέρονται στους στίχους του Sultans of Swing είναι υπαρκτά πρόσωπα. Πρόκειται για τους George Young και Harry Vander, οι οποίοι ήταν κιθαρίστες στο συγκρότημα The Easybeats. Ο George Young είναι ο μεγαλύτερος αδερφός του Angus Young των AC / DC.

Το σόλο του Knopfler στην κιθάρα έχει καταταχθεί στην 22η θέση στον κατάλογο με τα καλύτερα σόλο, που κατάρτισε το περιοδικό Guitar World ενώ ο Knoplfer χαρακτηρίστηκε ως ένα κράμα JJ Cale και Bob Dylan.

Οι Dire Straits στη συνέχεια έγιναν ένα από τα πιο επιτυχημένα βρετανικά συγκροτήματα της δεκαετίας του '80. Μέχρι το 1992, είχαν πουλήσει πάνω από 120 εκατομμύρια αντίτυπα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας τραγουδιστής-τραγουδοποιός από την Ιντιάνα ονόματι Bill Wilson, ο οποίος πέθανε το 1993, ισχυρίστηκε ότι αυτός είχε γράψει τους στίχους στο τραγούδι αλλά οι ισχυρισμοί του δεν επιβεβαιώθηκαν.

Και το πιο περίεργο: Ο Knopfler αποκάλυψε κάποτε ότι σιχάθηκε αυτό το τραγούδι επειδή το είχε παίξει χιλιάδες φορές!

Sultans of Swing

You get a shiver in the dark
It's raining in the park, but meantime
South of the river, you stop and you hold everything
A band is blowing Dixie
Double four time
You feel alright
When you hear the music ring
Well, now you step inside
But you don't see too many faces
Coming in out of the rain to hear the jazz go down
Competition in other places
Ah, but the horns
They blowin' that sound
Way on down south
Way on down south
London town
Yeah, check out Guitar George
He knows all the chords
Mind, he's strictly rhythm
He doesn't want to make it cry or sing
Left-handed old guitar
Is all he can afford
When he gets up under the lights
To play his thing
And Harry doesn't mind
If he doesn't make the scene
He's got a daytime job
He's doing alright
He can play the Honky Tonk like anything
Saving it up for Friday night
With the Sultans
With the Sultans of Swing
And a crowd of young boys
They're fooling around in the corner
Drunk and dressed in their best brown baggies
And their platform soles
They don't give a damn
About any trumpet playing band
It ain't what they call rock and roll
And the Sultans
Yeah, the Sultans, they play Creole
Creole
And then the man
He steps right up to the microphone
And says at last
Just as the time bell rings
"Goodnight
Now it's time to go home"
Then he makes it fast with one more thing
We are the Sultans
We are the Sultans of Swing

Ιnfo: Sultans of Swing. Κυκλοφόρησε το 1977. Στίχοι-μουσική: Mark Knopfler. Εκτέλεση: Dire Straits

Πηγή:fosonline.gr  

 Niagara (1953)

Πιο ορμητική από τους καταρράκτες του τίτλου, η Μέριλιν Μονρό κλέβει την παράσταση με έναν από τους πρώτους και πιο σκοτεινούς ρόλους της καριέρας της σε ένα τεκνικολόρ νουάρ από τον σκηνοθέτη του «Τrue Grit».

Το νιόπαντρο ζευγάρι των Κάτλερ καταφθάνει στους καταρράκτες του Νιαγάρα για το μήνα του μέλιτος. Ο Ρέι Κάτλερ, γλυκός σύζυγος αλλά με συμπεριφορά νεόπλουτου, η Πόλι αθώα και άβγαλτη. Στο ξενοδοχείο συναντούν ένα άλλο - και κάπως αταίριαστο- ζευγάρι, την σέξι Ρόουζ και τον κατά πολύ μεγαλύτερό της Τζόρτζ Λούμις. Η παρεξήγηση με τα δωμάτια τελικά λύνεται και επιπλέον φέρνει πιο κοντά τα δύο ζευγάρια. Μέχρι που σε κάποια περιήγηση του ζεύγους Κάτλερ στην πόλη, η Πόλι βλέπει την Ρόουζ να φιλιέται με έναν άλλο άνδρα: κάτι δεν πάει καλά λοιπόν στο γάμο των Λούμις. Αργότερα η Πόλι μαθαίνει ότι υπάρχει σχέδιο δολοφονίας του Τζόρτζ, ο οποίος, ωστόσο, έχει άλλα σχέδια…

Ηδη από τις πρώτες σκηνές του «Niagara», ο Χένρι Χάθαγουεϊ ξεκαθαρίζει ποιοι θα είναι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας του: από τη μία η πανέμορφοι αλλά απειλητική καταρράκτες και από την άλλη μια πλατινέ γεμάτη καμπύλες γυναίκα, το ίδιο όμορφη αλλά ακόμη πιο απειλητική απ’ όσο θα μπορούσαν ποτέ να είναι όλα τα στοιχεία της φύσης μαζί.


Στον πρώτο πραγματικά πρωταγωνιστικό ρόλο της καριέρας της, η Μονρό, στα 26 της χρόνια, πλημμυρίζει την οθόνη με την απροκάλυπτη σεξουαλικότητα της παίζοντας ό,τι πιο κοντινο σε femme fatale υποδύθηκε ποτέ: μια γυναίκα ικανή να τρελάνει έναν άντρα (και περισσότερους), μια ηθοποιός που με την ωμή, ακατέργαστη και μοντέρνα «τεχνική» της κάνει κάθε σκηνή στην οποία παίζει να πλημμυρίζει από αισθησιασμό, αγωνία και πάθος.


Πηγή:flix.gr

Διαβάστε όλο το άρθρο στο https://flix.gr/cinema/niagaras.html

  «ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ» – ΑΝΟΙΧΤΟ ΔΩΡΕΑΝ ΜΑΘΗΜΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ με την υπογραφή του Στέλιου Καλαθά Φέτος η  Συναισθηματική Διαλεκτική  σε κα...