Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2020

 Από τις ξεχωριστές φιγούρες της ροκ μουσικής, με την χαρακτηριστική τραχιά και βαθιά φωνή του, ο Τομ Γουέιτς γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 7 Δεκεμβρίου 1949 στην Πομόνα της Καλιφόρνιας.

Κατά την παιδική του ηλικία, ο Τομ Γουέιτς μετακινήθηκε συχνά με την οικογένειά του σε διάφορες περιοχές της Ν. Καλιφόρνιας, λόγω των μεταθέσεων των γονιών του που ήταν εκπαιδευτικοί. Όταν ήταν σε ηλικία 10 ετών, οι δικοί του χώρισαν και η μητέρα του εγκαταστάθηκε με τον ίδιο και τις δύο αδελφές του, στο Σαν Ντιέγκο.

Ο Τομ ανέπτυξε πολύ στενή σχέση με τη μουσική από μικρός.

Ο πρώτος δίσκος του, με τίτλο Closing Time, κυκλοφόρησε το 1973 σε συνεργασία με τον παραγωγό Τζέρι Γέστερ. Ακολούθησε το The Heart of Saturday Night (1974) και το ζωντανά ηχογραφημένο Nighthawks at the Diner (1975) που αναδεικνύει ίσως με τον καλύτερο τρόπο το ιδιαίτερο μουσικό ύφος του Γουέιτς, εκείνης της εποχής. Οι πλούσιοι, συναισθηματικοί και ποιητικοί στίχοι του, καθώς και η ξεχωριστή φωνή του - εν μέρει αλλοιωμένη από την κατάχρηση τσιγάρων και αλκοόλ - εξασφάλισαν στον Γουέιτς ένα πιστό ακροατήριο που ταυτιζόταν με την εικόνα ενός μποέμ τροβαδούρου, παράλληλα όμως τον απομάκρυνε από τις κύριες μουσικές τάσεις της εποχής.

Το 1976 κυκλοφόρησε ο τέταρτος δίσκος του, Small Change, σημειώνοντας αξιοσημείωτη εμπορική επιτυχία ώστε να συμπεριληφθεί στα 100 πρώτα άλμπουμ του καταλόγου Billboard, ενώ παράλληλα επαινέθηκε και από τους κριτικούς. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 περιόδευσε αρκετά, τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη, με το συγκρότημά του Nocturnal Emissions.

Η πρώτη εμφάνιση του Τομ Γουέιτς λοιπόν είναι στους «Βίαιους Δρόμους» (1978) του Σλάι, μια λούμπεν καλλιγραφία που αγνοήθηκε παντελώς, στην οποία ο Τομ παίζει ένα πιανίστα βγαλμένο απ’ την εικονογραφία των Tiger Lillies, ενώ για την ταινία έγραψε και δυο τραγούδια που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού παρά σ’ αυτήν.

Έπρεπε να περάσουν λίγα χρόνια για να γνωρίσει ο Γουέιτς τον Φράνσις Φορντ Κόπολα της μεταΑποκαλυπτικής εποχής, έδεσαν αμέσως οι δυο τους και ο τραγουδοποιός επωμίστηκε το σάουντρακ του «Μια Μέρα Ένας Έρωτας», της ταινίας που ήθελε να αλλάξει το σινεμά και χρεωκόπησε τον Κόπολα. Στην ταινία ο Γουέιτς κάνει ένα μικρό πέρασμα μόνο, όπως και στους «Outsiders» (1983), της ταινίας που έβγαλε το brat pack (Σουέιζι, Λόου, Εστέβεζ, Μάτσιο και φυσικά Τομ Κρουζ) και απέτυχε επίσης με θόρυβο. Όμως στον «Αταίριαστο» της ίδιας χρονιάς ο Γουέιτς έχει έναν λίγο μεγαλύτερο ρόλο στον ρόλο ενός ιδιοκτήτη μπιλιαρδάδικου – με τον Κόπολα να τον αφήνει να φτιάξει μόνος του τον ρόλο.

Το 1983 ξεκίνησε συνεργασία με την δισκογραφική εταιρεία Island, την οποία εγκαινίασε το άλμπουμ «Swordfishtrombones», τα πνευστά μέρη του οποίου έδειχναν την επιρροή του Κάπτεν Μπίφχερτ και του πρωτοποριακού συνθέτη Χάρι Παρτς. To «Rain Dogs», που ακολούθησε το 1985, ήταν ένα από τα πιο ολοκληρωμένα άλμπουμ του, με την κιθαριστική βοήθεια του Κιθ Ρίτσαρντς.

To 1986 πρωταγωνίστησε στην ταινία του Τζιμ Τζάρμους «Στην Παγίδα του Νόμου» («Down By Law»). To επόμενο άλμπουμ του, το εκλεκτικό «Frank’s Wild Years» (1987), περιείχε τα τραγούδια που είχε γράψει για το ομώνυμο μιούζικαλ, με επιρροές από την μουσική του βωβού κινηματογράφου, τον Κουρτ Βάιλ και τον Ένιο Μορικόνε. To άλμπουμ «Bone Machine», που κυκλοφόρησε το 1992, πάλι σε συνεργασία με τον Κιθ Ρίτσαρντς, κέρδισε Γκράμι για το καλύτερο εναλλακτικό άλμπουμ της χρονιάς. Το τραγούδι «Downtown Train» διασκεύασε αργότερα ο Ροντ Στιούαρτ.

Ημιμόνιμος καρατερίστας πια, διαπρέπει σ’ αυτό, συμμετέχει και σε σάουντρακ πάντα («Μια Νύχτα στον Κόσμο» - 1991 για τον Τζάρμους), όμως το ’92 είναι ξανά ο Κόπολα που βρίσκει για τον «Δράκουλά» του τον ιδεώδη εντομοφάγο Ρέντφερν. Το ’93 έχει το δικό του στιγμιότυπο στα «Στιγμιότυπα» του Άλτμαν, στην φανταστική (αλλά πια δεν είναι;) ιστορία με την Λίλι Τόμλιν και το παιδάκι, κάνει και το σκετσάκι του στο μικρομηκάδικο «Καφές και Τσιγάρα» του Τζάρμους και μην τον είδατε. Ο Γουέιτς θα κάνει χρόνια να ξαναεμφανιστεί - και στο σινεμά αλλά και δισκογραφικά.

Το 2003 παίζει στο μεγάλου μήκους «Καφές και Τσιγάρα», σχεδόν παράνομη απόλαυση ταινίας και του ίδιου, να το πούμε, περνάει απ’ το «Ντόμινο» του Τόνι Σκοτ (ο καλύτερος είναι), το ’09 ξαναεπισκέπτεται τον Γκίλιαμ (είχε κάνει ένα πέρασμα και στον «Βασιλιά της Μοναξιάς») στον «Φανταστικό Κόσμο του Δρ. Παρνάσους», παίζοντας έναν αξέχαστο Διάβολο με μουστακάκι, ημίψηλο, παπιγιόν και βικτωριανή ένδυση - πιο λούμπεν εστετισμός δεν εννοείται.


Το 2012 είναι η καλύτερη στιγμή στους «Επτά Ψυχοπαθείς» του ΜακΝτόνα, διαφαίνεται ξάστερα πλέον το έμφυτο ταλέντο ενός καλλιτέχνη που την αρετή της αφήγησης την κατέχει από τη σύλληψη ως τη πραγμάτωση, παρ’ όλ’ αυτά ο Γουέιτς δεν καίγεται, πάντα περιμένει ένα σχέδιο να του αρέσει κι αν δεν έρχεται κοιτάζει τη δουλειά του. Το 2018 συμμετείχε στο κύκνειο άσμα του Ρέντφορντ «Ο Κύριος και το Όπλο» και βέβαια ήταν ο πρωταγωνιστής μιας εκ των έξι ιστοριών στη «Μπαλάντα του Μπάστερ Σκραςγκς» των Κοέν .


πηγή: sansimera.grWikipedia-Cinemagazine-left.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  «ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ» – ΑΝΟΙΧΤΟ ΔΩΡΕΑΝ ΜΑΘΗΜΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ με την υπογραφή του Στέλιου Καλαθά Φέτος η  Συναισθηματική Διαλεκτική  σε κα...