Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2019

Αναμφισβήτητα χαρισματικός αλλά και αθεράπευτα αυτοκαταστροφικός, ο μεγάλος «επαναστάτης» του Χόλιγουντ ,Ο σκηνοθετης Τζον Χιούστον.


Πατέρας του, ο ηθοποιός Γουόλτερ Χιούστον, που όχι μόνον τον ενθάρρυνε να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία, αλλά του έδειξε και τα στοιχειώδη υλικά του δράματος.

Ενα παλικάρι, όχι απαραιτήτως συμπαθητικό, αλλά γνήσιο, ένας ατρόμητος άνθρωπος που χόρτασε με την κουτάλα τη ζωή του αποκτώντας εχθρούς και φίλους. Και ταυτόχρονα ένας τεράστιος εθνικός θησαυρός της Αμερικής, μια δύναμη στον πολιτισμό της χώρας, η οποία δύναμη άφησε το αποτύπωμά της σε παραπάνω από τέσσερις δεκαετίες: ο Χιούστον γύρισε περισσότερες από 40 ταινίες μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, από τις οποίες πολλές έγραψαν Ιστορία και σήμερα εξακολουθούν να κρατούν μια θέση στην ανθολογία των καλύτερων του αμερικανικού κινηματογράφου.

Ταλαντούχος ζωγράφος, δυνατός πότης, λάτρης της άγριας ζωής και της φύσης, ταξιδευτής, ονειροπόλος, στοχαστικός, άνθρωπος που έκανε ταινίες για χάριν της αυθεντικής δημιουργίας, με θρησκευτική ευλάβεια απέναντι στην Τέχνη που υπηρέτησε για δεκαετίες.
Ο Χιούστον έγραψε το σενάριο στις περισσότερες από τις 37 ταινίες που σκηνοθέτησε στην καριέρα του, αρκετές από τις οποίες θεωρούνται κλασσικές μέχρι και σήμερα (Το Γεράκι της Μάλτας (The Maltese Falcon, 1941), Η ύαινα (In this our Life, 1942), Ο Θησαυρός της Σιέρα Μάντρε (The Treasure of the Sierra Madre, 1948), Στη βοή της καταιγίδος (Key Largo, 1948), Η Ζούγκλα της Ασφάλτου (The Asphalt Jungle, 1950), Η Βασίλισσα της Αφρικής (The African Queen, 1951), Μουλέν Ρουζ (Moulin Rouge, 1952), Οι Αταίριαστοι (The Misfits, 1961), Ο Άνθρωπος που θα Γινόταν Βασιλιάς (The Man Who Would Be King, 1975) και Η Τιμή των Πρίτσι (Prizzi's Honor, 1985).

Έκανε ένα από τα πιο εκθαμβωτικά σκηνοθετικά ντεμπούτα στα κινηματογραφικά χρονικά, το οποίο ακούει στο όνομα «Το Γεράκι της Μάλτας». Διασκευάζοντας το ομώνυμο αστυνομικό μυθιστόρημα του Ντάσιελ Χάμετ, σχεδιάζοντας λεπτομερέστατα, πριν ακόμη από την έναρξη των γυρισμάτων, οτιδήποτε θεωρούσε απόλυτα σημαντικό (τη θέση της κάμερας σε κάθε σκηνή, το φωτισμό, ακόμη και τα κοντινά στα πρόσωπα των ηθοποιών) και παρότι είχε στη διάθεσή του μόλις οχτώ εβδομάδες γυρισμάτων με έναν προϋπολογισμό ταινίας Β΄ διαλογής (μόλις 300.000 δολάρια), ο Χιούστον κατόρθωσε το 1941 να φιλοτεχνήσει ένα από τα πιο εμβληματικά νουάρ της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ και κατά κοινή αποδοχή μία από τις καλύτερες ταινίες της αμερικάνικης κινηματογραφικής ιστορίας. Χαρακτηρισμένο ως κλασικό ακόμη και από τους κριτικούς της εποχής, το φιλμ σηματοδότησε και την αρχή μιας μεγάλης συνεργασίας (και ακόμη μεγαλύτερης φιλίας) του σκηνοθέτη με τον ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ.

Απεβίωσε στις 28 Αυγούστου του 1987  σε ηλικία 81 ετών στη Μίντλταουν του Ρόουντ Άιλαντ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου