Κυριακή 4 Ιουλίου 2021

 Το ατμοσφαιρικό θρίλερ του Νίκου Μαστοράκη , που έχει δανειστεί πολλά στοιχεία από την cult ταινία The Slayer (1982) του J.S Cardone. Το The Wind είναι ένα ακόμα σλάσερ που θα ενθουσιάσει τους οπαδούς του είδους. Την μουσική υπογράφουν, ο Hans Zimmer και ο Stanley Myers.

Έρχεται πάντα νύχτα. Είναι ένας ορμητικός, ανελέητος, βίαιος άνεμος θανάτου! Μπορεί να είναι εχθρός σου, αλλά μπορεί να γίνει και φίλος σου. Για τη μυστηριώδη συγγραφέα Σιαν Άντερσον όμως, η οποία εγκαταλείπει τον φίλο της για να έλθει στην απομονωμένη και ερειπωμένη πολιτεία της Μονεμβασιάς, στη Νότια Ελλάδα, για να γράψει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, το ταξίδι αυτό θα αποτελέσει μια τραυματική εμπειρία! Ένας μοντέρνος φόνος λαμβάνει χώρα σε μια πόλη - φάντασμα, με σκηνικό τους θεόρατους, υγρούς και σκοτεινούς τοίχους του μεσαιωνικού κάστρου της Μονεμβασιάς, με σιωπηλούς μάρτυρες τους λιγοστούς, παράξενους κατοίκους και τις σκιές του παρελθόντος! Η νεαρή συγγραφέας παλεύει τώρα απεγνωσμένα για την επιβίωσή της.

 Το «The Village» είναι το έκτο φιλμ που σκηνοθέτησε ο M. Night Shyamalan και οπωσδήποτε πρόκειται για μια από τις πιο ξεχωριστές δουλειές του αν και μάλλον όχι από τις κορυφαίες. Τα θετικά της ταινίας είναι :Δραματική ατμόσφαιρα, καλές ερμηνείες, περίτεχνη σκηνοθετική προσέγγιση, φανταστική δραματική μουσική, ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα, συναρπαστικές ανατροπές.

Τα αρνητικά της: Μερικές υπερβολές του σεναρίου, κάποιοι μέτριου επιπέδου διάλογοι, ο αργόσυρτος ρυθμός της πλοκής, το ότι είναι περισσότερο «δράμα» παρά «τρόμου» τελικά.
Όλη η ταινία πήγαινε φούλ καταπληκτικά μέχρι να έρθει το τέλος της και να ανατραπούν όλα. Άλλους τους ξενέρωσε άλλους όχι. Το «Σκοτεινό Χωριό» δεν πετυχαίνει στο απόλυτο τον στόχο του. Με μια πιο προσεκτική ματιά διαπιστώνουμε ότι δεν είναι ούτε η ταινία των πρωτότυπων, μεγάλων ανατροπών (διαβάστε ενδεικτικά και το Horror Trivia) ούτε τόσο βαθυστόχαστο εγχείρημα όσο αρχικά αναμενόταν. Επίσης δεν τρομάζει στο βαθμό που θα θέλαμε καθώς μοιάζει περισσότερο με μια ψυχολογική/κοινωνιολογική πραγματεία παρά για ταινία ατόφιου ψυχολογικού τρόμου.
Περισσότερο λοιπόν θα ευχαριστηθεί κάποιος το The Village αν το δει υπομονετικά και ανοιχτόμυαλα, έξω από τα πλαίσια του αμιγούς horror. Όποια άποψη κι αν διαμορφώσει κανείς στο τέλος, νομίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε στο ότι το φιλμ του Shyamalan καταφέρνει να γίνει αξιομνημόνευτο και να αποκτήσει το δικό του ξεχωριστό στάτους στη φιλμογραφία του. Κι αυτό το κατορθώνει επειδή έχει τις αρετές του κι όχι λόγω της υποτιθέμενης ανούσιας διαφορετικότητάς του.

Πηγή:

Horrormovies.gr

 Μετά το επιτυχημένο στα ταμεία και στις κριτικές «Don’t Breathe» (Μην Ανασαίνεις) του 2016, ήρθε η ώρα για το πολυαναμενόμενο sequel που θα βγει στην αγορά τον Αύγουστο που μας έρχεται. Αυτή τη φορά ο τρομακτικός τυφλός άντρας φαίνεται ότι γίνεται ο «καλός» της υπόθεσης.

Στο «Don’t Breathe 2», 7 χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας ο τυφλός άνδρας ζει απομονωμένος σε μια καλύβα ανατρέφοντας ένα νεαρό ορφανό κορίτσι που διασώθηκε από την πυρκαγιά του σπιτιού της. Όταν όμως μερικοί απαγωγείς αρπάζουν το κορίτσι ο τυφλός προστάτης της ξεκινά έναν βίαιο αγώνα επανάκτησής του.

Σκηνοθετεί ο Rodo Sayagues (σεναριογράφος του πρώτου φιλμ). Το σενάριο έχουν γράψει οι Rodo Sayagues και Fede Álvarez. Πρωταγωνιστούν οι Stephen Lang, Brendan Sexton III, Madelyn Grace, Adam Young και Bobby Schofield.


Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί ημερομηνία ελληνικής κυκλοφορίας για το «Don’t Breathe 2» αλλά ελπίζουμε ότι σύντομα θα γίνει κι αυτό. Μέχρι να μάθουμε κάτι νεότερο, τσεκάρετε το ολόφρεσκο επίσημο trailer του «Don’t Breathe 2» .


Πηγή:Horrormovies.gr

 Ελάχιστοι σήμερα θυμούνται πως το όνομα της Λαμπέτη αναμείχθηκε σε όργιο σε βίλα της Γλυφάδας. Παράξενη υπόθεση βγαλμένη από τα κατάβαθα της Χούντας ήρθε στο φως με μια ενορχηστρωμένη, θα έλεγε κανείς, σειρά δημοσιευμάτων την 10η Φεβρουαρίου 1971

Η βίλα των οργίων στην Γλυφάδα και η σκιά πάνω στην Έλλη Λαμπέτη

Ξαφνικά η Έλλη Λαμπέτη, σύμβολο καλλιτεχνικού ήθους και υψηλής υποκριτικής, πρωταγωνιστούσε σε βαρύ σεξουαλικό όργιο σε έπαυλη της Γλυφάδας τον Νοέμβριο του 1969. Τρεις άντρες, δύο ανήλικα κορίτσια, ένα σκύλος, με πιθανή συμμετοχή ενός μαύρου επιβήτορα, για να εξαφθεί ακόμα περισσότερο η φαντασία των αναγνωστών, συμμετείχαν σε ομαδικές ερωτικές ακροβασίες έχοντας μάλιστα και θεατές ανάμεσα στους οποίους φερόταν να είναι και η μεγάλη ηθοποιός.

Είναι η εποχή κατά την οποία πολλά ονόματα της εγχώριας σόου-μπιζ εμπλέκονται σε παρόμοια όργια που σχεδόν όλα λαμβάνουν χώρα, κατά παράδοξο τρόπο, στα νότια προάστια. Σήμερα υπάρχει η αίσθηση πως οι περισσότερες καταγγελίες αφορούσαν πρόσωπα ανεπιθύμητα από την Χούντα. Επρόκειτο δηλαδή για μια γκαιμπελική μέθοδο προκειμένου να σπιλωθούν ανεπανόρθωτα υπολήψεις. Η Ελληνική συντηρητική κοινωνία δεν δίσταζε να ρίξει στον Καιάδα και τα πιο αγαπημένα της είδωλα, αν προκαλούσαν με οποιονδήποτε τρόπο τα αυστηρά ήθη της.

Η υπόθεση της Λαμπέτη πάντως έφτασε στο δικαστήριο, αφού προηγήθηκε μια σκληρή αναμέτρηση της ηθοποιού με τον ανακριτή στην οποία η Λαμπέτη κατατρόπωσε τον δικαστικό λειτουργό. Στο δικαστήριο ο ιδιοκτήτης της βίλας κατέθεσε πως δεν είχε δει ποτέ καμία Λαμπέτη στο σπίτι του. Η δίκη ολοκληρώθηκε και οι ένοχοι τιμωρήθηκαν, τα ανήλικα κορίτσια εξαφανίστηκαν από προσώπου γης, έμεινε όμως μια σκιά αμφιβολίας για την μεγάλη θεατρίνα. Υπήρξε θύμα ενός αβυσσαλέου σχεδίου ή είχε δώσει το "παρών" στις πικάντικες συναντήσεις;

Τον καιρό που μαινόταν το σκάνδαλο της βίλας στη Γλυφάδα, η Λαμπέτη συμπρωταγωνιστούσε με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στο έργο "Η λαίδη στο σφυρί" του Σόμερσετ Μομ, παράσταση που ανέβηκε με μεγάλες προσδοκίες στο θέατρο "Κοτοπούλη" αλλά διακόπηκε πρόωρα καθώς κάποιοι κακοήθεις θεατές υποδέχονταν την μεγάλη πρωταγωνίστρια με "γαβ, γαβ" (Ο σκύλος θεωρήθηκε μάλλον το πιο ενδιαφέρον μέλος του θιάσου στο όργιο της Γλυφάδας). Όταν κάποιος εξίσου κακοήθης δημοσιογράφος την ρώτησε "Κατεβάζετε το έργο επειδή σας πείραξαν τα γαβ-γαβ;" εκείνη του απάντησε: "Όχι, κύριε, κατεβάζω το έργο επειδή είμαι πολύ άρρωστη".

Ήταν η πρώτη φορά που παραδέχτηκε ότι έχει καρκίνο. Έτσι το "κορίτσι με τα μαύρα" είδε το όνομά της να σπιλώνεται ανεπανόρθωτα από μια φήμη που κατέπεσε στο δικαστήριο. Δυστυχώς στις περιπτώσεις αυτές μένει ο λεκές ενώ ο δράστης ποτέ δεν συλλαμβάνεται ούτε τιμωρείται.

 Ένα τραγούδι και μια δίκη που πήρε την μπουκιά από το στόμα του Σαββόπουλου. Η αλήθεια βρίσκεται μάλλον κάπου στη μέση...


Από τη μεγάλη παράδοση των σφουγγαράδων έφτασε στις διεθνείς τηλεοπτικές οθόνες ως σουξέ μεγατόνων από τα χείλη της Δαλιδά και όχι μόνο. Στο μεταξύ το είχε κάνει επιτυχία ο Σαββόπουλος το 1969 μέσα από το άλμπουμ το "Περιβόλι του Τρελού", την εποχή που αναζητούσε να διευρύνει τα όρια του ελληνικού τραγουδιού εισάγοντας παραδοσιακά όργανα και σκοπούς αλλά και ναΐφ ήχους που αγαπήθηκαν πολύ.

Το τραγούδι ο Νιόνιος το άκουσε από τη Δόμνα Σαμίου και η απρόσμενη ανταπόκριση του κοινού έλκυσε νέους μνηστήρες. Για την ακρίβεια ένας Καλύμνιος σφουγγαράς ο Καπετάν Παντελής Γκινής, ο επιλεγόμενος και Ντιρλαντάς, είχε ηχογραφήσει με την Σαμίου το τραγούδι στην δεκαετία του '60 και ανέβηκε στην Αθήνα διεκδικώντας την πατρότητα ενός τραγουδιού που μέχρι εκείνη τη στιγμή εθεωρείτο παραδοσιακό. Υποτίθεται ότι το τραγουδούσαν τα πληρώματα των σουγγαράδικων, για να κρατούν ξύπνιους τους βουτηχτές και να τους προστατεύουν από την καταραμένη "νόσο των δυτών" στους βυθούς των θαλασσών. Στη δίκη που ακολούθησε ο Καλύμνιος καπετάνιος ισχυρίστηκε ότι το έγραψε έχοντας αλιεύσει το σκοπό από τα νερά της Μπαρμπαριάς όπου έφταναν οι Καλύμνιοι για τα σφουγγάρια και επιστρέφοντας ολοκλήρωσε τη δημιουργία του, προσθέτοντας στίχους με ονόματα υπαρκτών ανθρώπων και διάσημα τοπωνύμια του νησιού.

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης του Σαββόπουλου και ισχυρίστηκε ότι το τραγούδι αυτό είναι παραδοσιακό και το άκουγε από παλιά στα ψαράδικα. Όταν κλήθηκε να αποδείξει τη σχέση του με τη θάλασσα ο Μπάρμπα Γιάννης παρουσίασε μια παμπάλαια άδεια στο όνομά του με την ένδειξη "Αλιεύς".

Η δίκη ωστόσο χάθηκε για τον Σαββόπουλο, όταν ο Γκινής έφερε στο δικαστήριο σχεδόν όλο το νησί κι όλοι αυτοί κατέθεσαν ότι ήταν παρόντες τη στιγμή που το έγραψε ο Καπετάνιος. Το γεγονός ότι ο ενάγων κατάφερε να ταυτίσει πρόσωπα και τόπους με το οικείο περιβάλλον του νησιού του βάρυνε περισσότερο στο δικαστήριο, που κατοχύρωσε το τραγούδι στο όνομά του. Ο καπετάνιος Παντελής Γκινής πέθανε σχετικά γρήγορα αλλά η οικογένειά του συνεχίζει μέχρι και σήμερα να εισπράττει πνευματικά δικαιώματα από το περίφημο Ντιρλαντά.


Πηγή:Fosonline.gr





Παρασκευή 2 Ιουλίου 2021

 Ο μεγάλος, πολυβραβευμένος ερμηνευτής, Joe Cocker με καριέρα τεσσάρων δεκαετιών στους ώμους του, η σπουδαία αυτή φωνή της ροκ/μπλουζ μουσικής. Ένας άνθρωπος με μοναδικό χάρισμα, με μόνα όπλα τη βραχνή, αισθαντική φωνή του και το πάθος του για τη μουσική, ο Joe Cocker παρέμεινε απλός και απροσποίητος παρά την εξαιρετικά επιτυχημένη πορεία του στον χώρο.


Ο Βρετανός John Robert “Joe” Cocker, γιος δημοσίου υπαλλήλου, γεννήθηκε στο Sheffield το 1944. Έκανε τα πρώτα του βήματα στη μουσική το 1960 σε ηλικία 16 ετών, όταν με τρεις φίλους του σχημάτισαν το συγκρότημα “Cavaliers”. Η πρώτη τους εμφάνιση ήταν σε ένα κέντρο νεότητας, όπου μάλιστα χρειάστηκε να πληρώσουν και είσοδο προκειμένου να μπουν! Η καριέρα τους, όμως, ήταν πολύ σύντομη, αφού διαλύθηκαν μετά από έναν χρόνο. Τότε ο Cocker εγκατέλειψε το σχολείο για να εργαστεί, χωρίς ωστόσο να χάσει το ενδιαφέρον του για τη μουσική. Ο ίδιος είχε πει «Μάλλον ξόδεψα περισσότερο χρόνο στους δρόμους απ’ότι στο να μορφωθώ».

To 1961 συνέχισε την καριέρα του χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Vance Arnold. Με το συγκρότημα “Vance Arnold and The Avengers” πραγματοποιούσαν εμφανίσεις σε μικρές pubs και clubs του Sheffield, παίζοντας κυρίως διασκευές του Chuck Berry και του Ray Charles, ενώ το 1963 άνοιξαν τη συναυλία των Rolling Stones που πραγματοποιήθηκε στο Sheffield City Hall. Το 1964 υπέγραψε συμβόλαιο ως σόλο καλλιτέχνης με την Decca Records και κυκλοφόρησε το πρώτο του single, μια διασκευή του “I’ll Cry Instead” των Beatles. Παρά την εκτεταμένη προβολή του μουσικού από τη δισκογραφική εταιρεία, δεν υπήρξε η επιθυμητή ανταπόκριση από το κοινό και το συμβόλαιο ακυρώθηκε μετά από περίπου έναν χρόνο.

Στη συνέχεια, ο Joe Cocker συνεργάστηκε με τον Chris Stainton, τον οποίο είχε γνωρίσει στο παρελθόν. Σχημάτισαν την “The Grease Band” και μαζί εξακολούθησαν να εμφανίζονται σε συνοικιακές pubs, ώσπου ο Cocker τράβηξε την προσοχή του Denny Cordell, παραγωγού των Moody Blues κ.α. Χωρίς την μπάντα ηχογράφησε το “Marjorine” σ’ένα στούντιο του Λονδίνου, όπου τελικά μετακόμισε με τον Chris Stainton προκειμένου να πραγματοποιήσουν ζωντανές εμφανίσεις με την “The Grease Band” και το νέο της μέλος, τον Tommy Eyre στα πλήκτρα.

 

Οι πρώτες μεγάλες επιτυχίες

Αυτό που ακολούθησε το 1968 είναι η πιο διάσημη διασκευή του Cocker, το “With a Little Help From My Friends” των Beatles. Με τους Jimmy Page στην κιθάρα, B. J. Wilson στα ντραμς, Sue and Sunny στα πίσω φωνητικά και Tommy Eyre στο εκκλησιαστικό όργανο, έκαναν ριζικές αλλαγές στο κομμάτι, καθιστώντας το για πολλούς καλύτερο από την αυθεντική εκτέλεση. Η διασκευή αυτή, που κατέκτησε την πρώτη θέση στα βρετανικά charts τον Νοέμβριο του 1968, ήταν η αφορμή για πολλές συναυλίες σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο μαζί με τους The Who.


Η επιτυχία, ωστόσο, ήταν διεθνής, καθώς το άλμπουμ “With a Little Help From My Friends” έγινε χρυσό στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι, το 1969 ακολούθησε και περιοδεία στην Αμερική, με την μπάντα να εμφανίζεται σε διάφορα φεστιβάλ. Αποκορύφωμα ήταν η εμφάνιση τους στο Woodstock στη Νέα Υόρκη, όπου χρειάστηκε να μεταβούν με ελικόπτερο λόγω του τεράστιου πλήθους ατόμων που συγκεντρώθηκαν στο φεστιβάλ. Λέγεται, μάλιστα, πως μετά την εμφάνισή τους στη σκηνή, το φεστιβάλ διακόπηκε εξαιτίας καταιγίδας που ακολούθησε.


Την ίδια χρονιά, αμέσως μετά το Woodstock κυκλοφόρησε  το δεύτερο άλμπουμ της μπάντας, με τίτλο “Joe Cocker!”, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται διασκευές σε τραγούδια καλλιτεχνών όπως ο Bob Dylan, ο Leon Russell και ο Leonard Cohen. Ο Paul McCartney και ο George Harrison, εντυπωσιασμένοι από το ταλέντο του Cocker, επέτρεψαν να συμπεριλάβουν άλλες δύο διασκευές των Beatles, τα “She Came In Through The Bathroom Window” και “Something”. Το άλμπουμ είχε πολύ μεγάλη επιτυχία στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου η μπάντα πραγματοποίησε εμφανίσεις σε πολλά φεστιβάλ. Όταν, ωστόσο, τέθηκε ξανά το ζήτημα της περιοδείας στις ΗΠΑ, οι αντιρρήσεις του Cocker οδήγησαν στο να διαλυθεί η “The Grease Band”.

Το 1970, ακολούθησε το φημισμένο Mad Dogs & Englishmen Tour με μια ομάδα τριάντα μουσικών, συμπεριλαμβανομένου του πιανίστα Leon Russell και της τραγουδίστριας Rita Coolidge. Μαζί περιόδευσαν σε 48 πόλεις της Αμερικής, έκαναν ζωντανή ηχογράφηση ενός άλμπουμ, έλαβαν μια σειρά θετικών σχολίων από τα περιοδικά Time και Life, ενώ πολλά τραγούδια από το live άλμπουμ, όπως τα “Cry Me a River”, “Feelin’ Alright”, “The Letter” κ.α., κατέκτησαν πολύ καλές θέσεις στα Αμερικάνικα charts. Παρόλα αυτά δεν έλειψαν τα προβλήματα μεταξύ των μουσικών, ενώ η εξάντληση από τις ζωντανές εμφανίσεις οδήγησε τον Cocker σε υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και κατάθλιψη. Όταν επέστρεψε σπίτι του στο Sheffield, η οικογένεια του ανησύχησε για τη σωματική και ψυχική του υγεία.

 

Οι καταχρήσεις και η φθίνουσα πορεία

Οι καταχρήσεις συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια. Το 1972 ο Joe Cocker ακολούθησε το συγκρότημα που είχε σχηματίσει ο Chris Stainton και μαζί πραγματοποίησαν περιοδείες με τεράστια επιτυχία στην Αμερική και στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εμφάνιση στο κατάμεστο Madison Square Garden, όπου παραβρέθηκαν 20.000 άτομα. Η επόμενη περιοδεία, ωστόσο, αυτή τη φορά στην Αυστραλία, δεν εξελίχθηκε το ίδιο ομαλά, καθώς συνελήφθη για κατοχή μαριχουάνας και απηλάθη από τη χώρα, κάτι που δημιούργησε μεγάλη κατακραυγή εναντίον των αρχών. Η κατάθλιψη του Cocker χειροτέρεψε όταν ο Chris Stainton αποσύρθηκε για να ιδρύσει δικό του δισκογραφικό στούντιο κι όταν ο ίδιος αποξενώθηκε από τον επί χρόνια συνεργάτη του Denny Cordell, κάτι που τον οδήγησε και στη χρήση ηρωίνης, μια συνήθεια που, ευτυχώς, απέβαλλε σύντομα.

Τα επόμενα χρόνια, η καριέρα του Joe Cocker δεν συνεχίστηκε με την ίδια επιτυχία. Παρά την κυκλοφορία διάφορων άλμπουμ, οι πωλήσεις δεν ήταν καθόλου ικανοποιητικές. Bρέθηκε να χρωστάει 800,000 δολλάρια στην A&M Records και αδυνατούσε να ανταπεξέλθει στις ζωντανές εμφανίσεις λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε με το αλκοόλ. Η κατάσταση βελτιώθηκε όταν γνώρισε τον παραγωγό Michael Lang, ο οποίος προσφέρθηκε να τον αναλάβει, υπό την προϋπόθεση πως θα παρέμενε νηφάλιος. Παρά τις περιοδείες του σε Νέα Ζηλανδία, Αυστραλία και Νότια Αμερική, και ΗΠΑ για την προώθηση του νέου άλμπουμ “Luxury You Can Afford”, δεν απέσπασε τις θετικές κριτικές που θα ήθελε.

 

Η ανάκαμψη και οι βραβεύσεις

Οι περιοδείες σε Ευρώπη και Αμερική συνεχίστηκαν και η επιτυχία ήρθε σχεδόν μια δεκαετία μετά, το 1982, με το ντουέτο με την Jennifer Warnes στο τραγούδι “Up Where We Belong”, το οποίο ακούστηκε ως soundtrack στην ταινία “An Officer and a Gentleman”. Το τραγούδι αυτό χάρισε στον Cocker ένα Grammy καλύτερου τραγουδιού σε ντουέτο, κι ένα Academy Award για καλύτερο αυθεντικό τραγούδι. Φαίνεται πως τα βραβεία πέρα από φήμη του χάρισαν και αυτοπεποίθηση, καθώς από τη δεκαετία του ’80 κι έπειτα, η καριέρα του συνεχίστηκε σε αύξουσα πορεία, με πολλές ζωντανές εμφανίσεις σε φεστιβάλ της Ευρώπης, της Αμερικής και της Αυστραλίας, και με πολλά επιτυχημένα άλμπουμ, όπως τα “Civilized Man” (1984), “Cocker” (1986), “Unchain My Heart” (1987) κ.α.


Η μεγάλη επιτυχία του μουσικού συνεχίζεται και τις δύο επόμενες δεκαετίες, ενώ ακράδαντη απόδειξη της αξίας του στον χώρο αποτελεί η βράβευση του με OBE (Order of the British Empire) στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, για την προσφορά του στη μουσική. Ακούραστος, συνέχισε να ηχογραφεί άλμπουμ μέχρι και το 2012, οπότε και κυκλοφόρησε το τελευταίο, με τίτλο “Fire It Up”, που αποτελείται από έντεκα τραγούδια, κυρίως soul και μπαλάντες. Για τον συγκεκριμένο δίσκο, ο ίδιος είπε “Making an album, to me, is a bit like making a painting, you know, you’ve got 12 songs, and it’s color. I don’t like everything to be in one mood”. Η τελευταία του περιοδεία πραγματοποιήθηκε το 2013, με είκοσι εμφανίσεις στην Ευρώπη και τελευταία αυτή στο Hammersmith τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Σε ηλικία 69 ετών, κατάφερε ακόμα και τότε να μαγέψει όποιον είχε την τύχη να απολαύσει για τελευταία φορά ζωντανά τον κορυφαίο αυτόν μπλουζίστα με τη μοναδική σκηνική παρουσία και τις χαρακτηριστικές, σπασμωδικές κινήσεις.

Ο Joe Cocker έζησε σε μια εποχή, που το είδος στο οποίο άνηκε η μουσική του άνθιζε διαρκώς και ο ανταγωνισμός υπήρξε μεγάλος. Παρόλα αυτά, μέσα από το αστείρευτο ταλέντο και το πάθος του, κατάφερε να ξεχωρίσει στον κόσμο της μουσικής διεθνώς και να αφήσει το στίγμα του μέσα από τις διασκευές του και τον τρόπο που χειριζόταν τα λόγια των άλλων μουσικών. Μπορεί ο ίδιος να «έφυγε», όμως η ανάμνηση του θα παραμείνει ζωντανή για πολλές δεκαετίες ακόμα μέσα από τη μουσική του.

 

Οι δέκα καλύτερες διασκευές του Joe Cocker

1. “Feelin’ Alright” (With a Little Help From My Friends, 1968)
2. “With a Little Help From My Friends” (With a Little Help From My Friends, 1968)
3. “The Letter” (Mad Dogs and Englishmen, 1970)
4.”Don’t Let Me Be Misunderstood” (With a Little Help From My Friends, 1968)
5. “You Are So Beautiful” (I Can Stand a Little Rain, 1974)
6. “You Can Leave Your Hat On” (Cocker, 1986)
7. “She Came In Through The Bathroom Window” (Joe Cocker!, 1969)
8. “When The Night Comes” (One Night of Sin, 1989)
9. “Unchain My Heart” (Unchain My Heart, 1987)
10. “Delta Lady” (Joe Cocker!, 1969)

 Arttic.gr



Krystian Zimerman:


Για τους περισσότερους μουσικούς, ο δρόμος εξακολουθεί να είναι δύσκολος και πολλές φορές μοναχικός και η νίκη σε ένα σημαντικό διαγωνισμό δεν εγγυάται πάντα μία ανθισμένη επαγγελματική σταδιοδρομία.
Για τον Zimerman,όμως, δεν ήταν μόνο η φυσική ομοιότητά του με τον Σοπέν που έκανε τον κόσμο της μουσικής να τον ερωτευτεί. Τον επαινούσαν, φυσικά, για την ομορφιά και τη ζωτικότητά του, αλλά κυρίως για την ευφυΐα και την ισορροπία του παιξίματος του. 

 Ο Krystian Zimerman γεννήθηκε στην Πολωνία στις 5 Δεκεμβρίου του 1956. Ξεκίνησε τα μαθήματα σε ηλικία 5 χρονών με δάσκαλο τον πατέρα του που ήταν κι αυτός πιανίστας. Μετά από δύο χρόνια έγινε μαθητής του Andrzej Jasiński με τον οποίο ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Το 1973 κέρδισε υψηλή διάκριση στον Διεθνή Διαγωνισμό Μπετόβεν στην πόλη Hradec Kralove και το πρώτο βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό Frederic Chopin to 1975.

Μετά από αυτό τον προσκαλεί ο Arthur Rubinstein στο Παρίσι το 1976, πράγμα που έπαιξε μεγάλο ρόλο στην εξέλιξη του καλλιτέχνη. Ο Πολωνός πιανίστας έχει συμπράξει με τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου και τους σημαντικότερους μαέστρους. Τα 22 άλμπουμ που έχει ηχογραφήσει με τη Deutsche Grammophon, με την οποία έχει αποκλειστικό συμβόλαιο, του έχουν αποφέρει ένα μεγάλο αριθμό βραβείων και διακρίσεων.

Το ρεπερτόριό του περιλαμβάνει φυσικά Chopin, αλλά και Franz Liszt, Franz Schubert, Johannes Brahms, Edvard Grieg, Bela Bartók, Cesar Franck και Karol Szymanowski. Ο ίδιος είναι ο εκτελεστής του περίφημου και γεμάτου προκλήσεις κοντσέρτου για πιάνο του Witold Lutosławski με παγκόσμια πρώτη εκτέλεση το 1988.

Το 1985 λαμβάνει το βραβείο της Ακαδημίας Chigiana της Siena για τον καλύτερο καλλιτέχνη της χρονιάς, ενώ το 1994 αναγνωρίζεται, ομοίως, από το Leonie Sopnning Music Foundation της Κοπεγχάγης. Την ίδια χρονιά το άλμπουμ του με τα πρελούδια του Debussy απολαμβάνει τη διάκριση ως καλύτερη ηχογράφηση της χρονιάς από την Deutsche Grammophon.

O ίδιος, όταν έλαβε το βραβείο, αστειεύτηκε πως για να εξασκηθεί στο «Βυθισμένο Καθεδρικό ναό» χρειάστηκε να πλημμυρίσει το μπάνιο του!

Κατά τον εορτασμό της 150ής επετείου από το θάνατο του Φρειδερίκου Σοπέν το 1999 ο Zimmerman ανακοίνωσε: «Έχω αποφασίσει ότι το επόμενο έτος θα δώσω μια σειρά από συναυλίες στη Δυτική Ευρώπη, την Πολωνία, και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά τη διάρκεια αυτών, θα ερμηνεύσω τα δύο κοντσέρτα για πιάνο του Φρειδερίκου Σοπέν […] Είχα την τιμή να ερμηνεύσω αυτά τα έργα με μερικούς από τους μεγαλύτερους μαέστρους της Πολωνίας και άλλων χωρών. Έμαθα κάτι από τον καθένα τους και με το χρόνο, αφομοιώνοντας διάφορες ιδέες και σε συνδυασμό με την ωρίμανση του δικού μου οράματος για τα κοντσέρτα του Σοπέν, ανέπτυξα την πεποίθηση ότι θα ήθελα να τα κάνω μόνος μου «από το Α έως το Ω», ξεκινώντας από την ίδια την ορχήστρα. Δεν ξέρω αν έχετε παρατηρήσει ότι όλες ορχήστρες σήμερα παίζουν με τον ίδιο τρόπο. Στηριζόμενος μόνο στα αυτιά του ο καθένας είναι αδύνατο να πει εάν ακούει την ορχήστρα του Λονδίνου, ή μία ορχήστρα του Παρισιού, ή κάποια που εδρεύει στη Νέα Υόρκη, ή στο Τόκιο. Η δισκογραφική βιομηχανία έχει καταφέρει να «παγκοσμιοποιήσει» την ερμηνεία. Δυσκολεύομαι να βρω μοναδικά χαρακτηριστικά ερμηνείας στις υπάρχουσες ορχήστρες. Επιπλέον, οι ορχήστρες αντιπαθούν τις πρόβες και εμένα μου αρέσει να κάνω πρόβες, για εβδομάδες, πολλές φορές. Έτσι κατέληξα στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να βρω μια ομάδα ανθρώπων οι οποίοι θα μοιραστούν το πάθος μου για τον πειραματισμό και να συνεργαστώ μαζί τους για να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε κάτι που θα ήταν ένα μείγμα από τις εμπειρίες μου των τελευταίων είκοσι χρόνων».


Διαβάστε όλο το άρθρο στο https://artic.gr/megaloi-ermhneytes-ths-klasikhs-mousikhs-krystian-zimerman/

  «ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ» – ΑΝΟΙΧΤΟ ΔΩΡΕΑΝ ΜΑΘΗΜΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ με την υπογραφή του Στέλιου Καλαθά Φέτος η  Συναισθηματική Διαλεκτική  σε κα...