Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021

 To «The logical song» κυκλοφόρησε ως το πρώτο single από το άλμπουμ των Supertramp, «Breakfast in America» τον Μάρτιο του 1979.

Γράφτηκε από τον Roger Hodgson, τον συνιδρυτή και βασικό τραγουδιστή του συγκροτήματος, με βάση τις εμπειρίες του από τα δέκα χρόνια που πέρασε σε οικοτροφείο, όντας βαθιά επηρεασμένος από το διαζύγιο των γονιών του όταν ήταν 12 χρονών.

Το τραγούδι έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία των Supertramp, ανεβαίνοντας στο νούμερο 7 στην Μ. Βρετανία και στο νούμερο 6 στο αμερικανικό chart. Τα επόμενα χρόνια το τραγούδι αυτό συνδέθηκε άμεσα με το σχολείο.

«Ήμουν 29 χρονών όταν έγραψα αυτό το τραγούδι. Έψαχνα για απαντήσεις. Η βασική ερώτηση σε αυτό το τραγούδι ήταν: "Ποιος είμαι;" Tώρα είμαι 62 και ακόμα δεν έχω όλες τις απαντήσεις» δήλωσε σε μια συνέντευξή του πριν από εννιά χρόνια ο Hodgson.

Οι στίχοι του τραγουδιού αναφέρονται στο πώς η αθωότητα της παιδικής ηλικίας μπορεί γρήγορα να υποχωρήσει και να μετατραπεί σε κυνισμό καθώς τα παιδιά διδάσκονται στο σχολείο πώς να γίνουν υπεύθυνοι ενήλικες.

«Υπάρχει μια τεράστια τρύπα στην εκπαίδευση. Θυμάμαι όταν εγκατέλειψα το σχολείο στα 19, ήμουν απόλυτα μπερδεμένος. Αυτό το τραγούδι βγήκε πραγματικά από τη σύγχυσή μου. Ένιωθα ολότελα χαμένος» ομολόγησε ο Hodgson.


Στην ηχογράφησή του, πέρα από τα μουσικά όργανα, η μπάντα χρησιμοποίησε κι ένα φορητό ηλεκτρονικό παιχνίδι ποδοσφαίρου της Mattel. Αυτή η συσκευή, η οποία προηγήθηκε της Nintendo, έβγαζε έναν ασυνήθιστο ήχο, τον οποίο το γκρουπ ενσωμάτωσε στο τέλος του τραγουδιού, αμέσως μετά τη λέξη "digital".

Όπως και στη συνεργασία Lennon / McCartney, τα περισσότερα τραγούδια των Supertramp πιστώνονται στους τραγουδιστές τους Roger Hodgson και Rick Davies. Το «The logical song» γράφτηκε από τον Hodgson, αλλά έχει κάποια στοιχεία από ένα τραγούδι που έγραψε ο Davies στο άλμπουμ των Supertramp του 1974, «Crime of the Century», με τίτλο "School.".

Ο Hodgson είχε αμφιβολίες αν θα είχε απήχηση στα άλλα μέλη του συγκροτήματος. Το υποδέχθηκαν όμως με ενθουσιασμό. Μάλιστα λόγω της τελειομανίας του Hodgson, χρειάστηκαν δύο εβδομάδες για να ηχογραφηθεί.

Για το τραγούδι αυτό ο Hodgson το 1980 κέρδισε το βραβείο Ivor Novello από τη Βρετανική Ακαδημία Συνθετών, που το χαρακτήρισε το καλύτερο τραγούδι, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά εκείνης της χρονιάς.


The Logical Song


When I was young, it seemed that life was so wonderful
A miracle, oh it was beautiful, magical
And all the birds in the trees, well they'd be singing so happily
Oh joyfully, playfully watching me
But then they send me away to teach me how to be sensible
Logical, oh responsible, practical

And they showed me a world where I could be so dependable
Oh clinical, oh intellectual, cynical
There are times when all the world's asleep
The questions run too deep

For such a simple man
Won't you please, please tell me what we've learned
I know it sounds absurd
Please tell me who I am
I said, watch what you say or they'll be calling you a radical
Liberal, oh fanatical, criminal

Won't you sign up your name, we'd like to feel you're acceptable
Respectable, oh presentable, a vegetable
Oh, take it take it yeah

But at night, when all the world's asleep
The questions run so deep
For such a simple man
Won't you please tell me what we've learned
I know it sounds absurd

Please tell me who I am, who I am, who I am, who I am
'Cause I was feeling so logical
D-d-digital
One, two, three, five
Oh, oh, oh, oh
It's getting unbelievable

Ιnfo: The logical song. Κυκλοφόρησε το 1979. Στίχοι-μουσική: Roger Hodgson. Εκτέλεση: Supertramp

Πηγή:fosonline.gr  

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

 Ραούλ Τζούλια...Έδειξε την σκοτεινή πλευρά του υποδυόμενος τον κόμη Δράκουλα, αλλά έγινε γνωστός από την διάσημη μαύρη κωμωδία της δεκαετίας του ’90 «Οικογένεια Άνταμς», όπου υποδυόταν τον πατέρα της οικογένειας, Γκόμεζ Άνταμς. Ο λόγος για τον Ραούλ Τζούλια, τον πορτορικανό ηθοποιό που είχε μια σύντομη αλλά γεμάτη επιτυχίες πορεία, αφού η υγεία του τον πρόδωσε σε ηλικία μόλις 54 ετών. 

Ο Ραούλ Ραφαέλ Τζούλια γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1940 και μεγάλωσε στο Σαν Χουάν, του Πουέρτο Ρίκο. Γονείς του ήταν οι Όλγα Αρσελάυ που ήταν τραγουδίστρια της κλασσικής μουσικής σκηνής και ο Ραούλ Τζούλια, που ήταν ηλεκτρολόγος μηχανικός. Αποφοίτησε από το Colegio Espíritu Santo, ένα ρωμαιοκαθολικό ιδιωτικό σχολείο, όπου παράλληλα με τις σπουδές του έπαιζε σε όλες τις σχολικές παραστάσεις. Όταν τελείωσε τις σπουδές, συνέχισε να παίζει σε τοπικές παραστάσεις και σε νυκτερινά κέντρα. Εκεί τον ανακάλυψε ο Αμερικανός Όρσον Μπην, που βρισκόταν σε διακοπές στο Πουέρτο Ρίκο, λέγοντάς του ότι θα ήθελε να τον φέρει στη μεγαλούπολη. Οι γονείς του αιφνιδιάστηκαν από την πρόταση αυτή, αλλά τελικώς συμφώνησαν να τον στηρίξουν. 

Το 1964 μετακόμισε στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης και άρχισε να παίζει σε μικρές παραστάσεις, μέχρι τον Σεπτέμβριο 1968 που εμφανίσθηκε για πρώτη φορά σε θέατρο του Μπρόντγουεϊ, στον ρόλο του Τσαν στην παράσταση «The Cuban Thing». Ο Ραούλ Τζούλια υποδυόμενος τον κόμη Δράκουλα Οι θεατρικές επιτυχίες ακολουθούσαν η μία την άλλη. Άρχισε να παίζει σε έργα του Σαίξπηρ, όπως το «Δύο κύριοι της Βερόνα», ο «Βασιλιάς Ληρ» και ο «Οθέλος». Το 1978 ο Τζούλια αποδέχθηκε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο θεατρικό έργο «Δράκουλας», όπου πήρε εξαιρετικές κριτικές για την ερμηνεία του. Ταυτόχρονα έπαιζε στο «Ημέρωμα της στρίγγλας», με συμπρωταγωνίστρια της Μέριλ Στριπ. Αρχικά οι σχέσεις τους, ήταν αρκετά τεταμένες και υπήρχαν συνεχώς αντιδικίες. Αλλά πολύ σύντομα η σχέση οργής μετατράπηκε σε σχέση στενής φιλίας, μέχρι και το τέλος της ζωής του. Καθώς γινόταν όλο και πιο γνωστός στο Μπρόντγουεϊ, του έγινε η πρόταση να εμφανισθεί τηλεόραση. Έπαιξε  σε δύο τηλεοπτικές σειρές την σαπουνόπερα «Love of Life» και την παιδική σειρά «Σουσάμι άνοιξε». Μετά το θέατρο ακολούθησαν αρκετές κινηματογραφικές επιτυχίες. Ένας από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του, ήταν ένας παθιασμένος πολιτικός κρατούμενος, τον οποίο υποδυόταν στην ταινία «Το φιλί της γυναίκας αράχνης» το 1985. 

Το 1989 έπαιξε μαζί με τον Άντονι Κουίν στη βιογραφική ταινία για τον Αριστοτέλη Ωνάση όπου υποδύθηκε τον ρόλο του ομώνυμου κροίσου, και ταυτόχρονα υποδύθηκε τον δολοφονηθέντα αρχιεπίσκοπο του Ελ Σαλβαδόρ Όσκαρ Ρομέρο στην ομώνυμη ταινία, η οποία απαγορεύθηκε στη χώρα αυτή από την κυβέρνησή της. Για τη δραστηριότητά του κατά τα έτη 1987-1989, ο Ραούλ Τζούλια τοποθετήθηκε στην κορυφή του καταλόγου των «Πιο πολυάσχολων ηθοποιών του Χόλυγουντ» από το περιοδικό «Variety». Παράλληλα είχε μεγάλη φιλανθρωπική δράση, στον παγκόσμιο οργανισμό κατά της πείνας «The Hunger Project». Μια φορά τον μήνα δώριζε τρόφιμα σε τράπεζα τροφίμων, διαφήμιζε τον οργανισμό στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, και έκανε τον αφηγητή σε δίγλωσσες παρουσιάσεις του. Το «The Hunger Project» τον αντάμειψε με το «Βραβείο του Παγκόσμιου Πολίτη», ενώ στις 24 Μαρτίου του 1992 τιμήθηκε με το «Βραβείο για το συνειδησιακό θάρρος». 

Η οικογένεια Άνταμς Ο Ραούλ Τζούλια στον ρόλο του Αριστοτέλη Ωνάση Μια από τις τελευταίες του επιτυχίες ήταν ο ρόλος του Γκόμεζ Άνταμς στις δύο ταινίες «Οικογένεια Άνταμς» που προβλήθηκαν στο κινηματογράφο, το 1991 και 1993, όπου έκαναν τεράστια επιτυχία. Το 1993  διαγνώστηκε με καρκίνο του στομάχου και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Μόλις ανάρρωσε και ενώ πίστευε ότι η πορεία της υγείας του πήγαινε καλύτερα, ταξίδεψε στο Μεξικό για τα γυρίσματα της ταινίας «Τhe Burning Season», όπου υποδυόταν τον ρόλο του Τσίκο Μέντες. Για την ερμηνεία του αυτή τιμήθηκε μετά θάνατον τόσο με Βραβείο Χρυσής Σφαίρας και με Βραβείο Έμμυ. Εκεί  έπαθε τροφική δηλητηρίαση από σούσι, και μεταφέρθηκε εκτάκτως στο νοσοκομείο του Λος Άντζελες. Μόλις συνήλθε επέστρεψε στο Μεξικό για να συνεχίσει, αλλά είχε χάσει αρκετά κιλά και ήταν σωματικά εξασθενημένος. 


Παρά την κατάστασή του, δεν το έβαλε κάτω και κατόρθωσε να ολοκληρώσει την ταινία. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, αφού είχε επιστρέψει πλέον στην Νέα Υόρκη, διακομίστηκε στο νοσοκομείο με οξύ στομαχόπονο, έχοντας ήδη υπογράψει στην επόμενη ταινία του Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ «Desperado». Ο ίδιος δεν ανησύχησε ιδιαίτερα. Είχε μάλιστα πάρει το σενάριο μαζί του στο νοσοκομείο για να μελετήσει τον ρόλο του, αλλά η κατάστασή του χειροτέρευσε. Τα σχέδιά του ματαιώθηκαν από αιφνίδιο εγκεφαλικό επεισόδιο, από το οποίο δεν ανάρρωσε ποτέ. Έπεσε σε κώμα για τέσσερις μέρες και την μέρα μάλιστα που ξεκινούσαν τα γυρίσματα του φιλμ, έφυγε από τη ζωή, αναγκάζοντας τους παραγωγούς να τον αντικαταστήσουν την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, αφού υπολόγιζαν πως θα έβγαινε εγκαίρως από το νοσοκομείο....


Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/raoul-tzoulia-o-ithopios-pou-ipodit

Μaster of the World (1961): Σε αυτήν την ταινία της American International, συνδυάστηκαν και τα δύο βιβλία του Βερν που μιλούν για τον Ροβύρο, το "Ροβύρος ο Κατακτητής" και το "Ο Κυριάρχος του Κόσμου".




 Βλέπουμε ονόματα όπως ο Charles Bronson, πολύ καλός στο ρόλο του, αλλά και τον κορυφαίο Vincent Price στο ρόλο του εκκεντρικού Ροβύρου. Η ταινία κάνει πάλι έναν συνδυασμό στοιχείων του βιβλίου με δικά της καινούργια πράγματα, όπως το να βάλει ξανά μία γυναίκα να βρίσκεται μέσα στο Άλμπατρος μαζί με τους άντρες. 

Η πιο μεγάλη αλλαγή όμως έγινε στο ίδιο το νόημα της ιστορίας και στο χαρακτήρα του Ροβύρου: Σύμφωνα με τον Βερν, ο Ροβύρος ήταν ένας πολύ ικανός μεν, αλλά και αλλαζόνας, μεγαλομανής άνθρωπος. Ήθελε να αποδείξει την αξία του και να νιώσει νικητής. 

Στην ταινία, είναι φανερό ότι δανείζονται το προφίλ του Νέμο, κι ο Ροβύρος μας παρουσιάζεται πραγματικά σαν ένας Νέμο των αιθέρων, καθώς ο σκοπός του είναι να επικρατήσει η ειρήνη και να σταματήσουν οι πόλεμοι, και γι'αυτό το λόγο βομβαρδίζει από ψηλά πολεμικά πλοία, ακριβώς όπως ο Νέμο. Σε αντίθεση όμως με τον τελευταίο, εδώ δεν βλέπουμε να έχει προηγηθεί κάποια τραγική ιστορία που να τον κάνει να διψάει για εκδίκηση, απλά είναι ένας πολύ ικανός άνθρωπος που έχει ένα τέτοιο φιλόδοξο όραμα. 

Όλες αυτές οι αλλαγές βέβαια, έκαναν τον Ροβύρο της ταινίας χίλιες φορές πιο συμπαθητικό από τον Ροβύρο του βιβλίου, πόσο μάλλον τη στιγμή που τον ενσάρκωνε ένας εξαιρετικός ηθοποιός όπως ο Price, ο οποίος είναι εντυπωσιακός για άλλη μία φορά.


Πηγή:Retromaniax .gr 

 Ο Διάσημος συνθέτης του Friday the 13th, Harry Manfredini.Η πραγματική ιστορία πίσω από το ηχητικό εφέ του ψιθύρου του Friday the 13th.Εμπνευσμένος από τα βαριά, πολωνικά σύμφωνα που μελετούσε εκείνη την περίοδο, ο Μανφρεντίνι αποφάσισε να μειώσει τις λέξεις "kill" (σκοτώνω) και "mommy" (μαμά) σε δύο συλλαβές. Αυτές οι δύο λέξεις ηχογραφήθηκαν σε μια σκηνή στην αρχική ταινία του 1980 στην οποία η Pamela Voorhees, που την υποδύεται η Μπέτσι Πάλμερ, λέει "Kill her, mommy!" (Σκότωσέ την, μαμά!) με τη φωνή του Jason. Ο Μανφρεντίνι δήλωσε ότι η σκηνή έκανε εικόνα το ότι άκουγε φωνές ανά πάσα στιγμή.Ο Μανφρεντίνι, για να δημιουργήσει το ηχητικό εφέ, ψιθύρισε τις δύο συλλαβές σε ένα μικρόφωνο και έπειτα τις έριξε σε μια μηχανή Echoplex. Η αντήχηση παραμόρφωσε τους ήχους. Ίσως γι' αυτό οι θεατές ακούν διαφορετικά τις συλλαβές. Οι συλλαβές "ki" και "ma" επιβεβαιώθηκαν ξανά το 2017 όταν εμφανίστηκαν σε μια σκηνή του παιχνιδιού Friday the 13th: The Game.

Ίσως, γνωρίζοντας τι ακριβώς ακούγεται στο εφέ, προσδώσει περισσότερο στην ταινία.
από: mental floss

 Ο Γιουλ Μπρίνερ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ηθοποιού που συνδύαζε το φυσικό ταλέντο με την καταγωγή. Και αυτό γιατί ήταν μίας σπάνιας ράτσας, που του προσέφερε απλόχερα την απαράμιλλη γοητεία του. Η μητέρα του ήταν Ρωσίδα, με καταγωγή από την Μογγολία και ο πατέρας του ήταν Ελβετός. Είναι φανερό ότι η Μογγολία του έδωσε την ξεχωριστή ομορφιά, που σε συνδυασμό με την αδιαμφισβήτητη αρρενωπότητά του, τον έκανε ακαταμάχητο στα μάτια των γυναικών, ενώ η Ελβετία του απάλυνε όσο πρέπει τα σκληρά χαρακτηριστικά του προσώπου του.

Ο Γιουλ Μπρίνερ, όμως ήταν διάσημος και για ακόμη δύο χαρακτηριστικά της εμφάνισής του. Για το ξυρισμένο κεφάλι του, πολλά χρόνια πριν να γίνει μόδα και για το κοντό ύψος του, που ερχόταν σε αντίθεση με τους δυναμικούς ρόλους που ερμήνευε. "Επισήμως", το ύψος του ήταν 1,73, αλλά όπως έλεγαν περιπαιχτικά αυτοί που τον είχαν γνωρίσει φαινόταν αρκετά κοντότερος και πως ξεπέρναγε το 1,70 μόνο με τα τακούνια που φορούσε (όπως πολλοί διάσημοι συνάδελφοί του) για να φτάνει στα ίσα με τις συμπρωταγωνίστιριές του. Πάντως, θα πρέπει να του αναγνωριστεί ότι όταν σήκωνε το ανάστημά του φαινόταν γίγαντας. Και αυτό σίγουρα στο σινεμά δεν το πετυχαίνεις μόνο με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ή το ευθυτενές κορμί.

Αλλά αυτά είναι μάλλον λεπτομέρειες για έναν ηθοποιό, κατεξοχήν θεατρικό, που έδωσε ορισμένες αθάνατες ερμηνείες παίζοντας σε τεράστιες επιτυχίες όπως "Ο Βασιλιάς κι Εγώ", "Οι Δέκα Εντολές", "Αναστασία", "Ο Σολομών και η Βασίλισσα του Σαβά" και φυσικά το κλασικό γουέστερν "Και οι 7 ήταν Υπέροχοι".


Σήμερα, συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση (11 Ιουλίου 1920) του Γιουλ Μπρίνερ, ενός ηθοποιού που παραμένει ανεξήγητα στη σκιά των σταρ του Χόλιγουντ, ίσως γιατί πάντα θα είναι ο εμιγκρές που τους έκλεψε τη δόξα και που η τελευταία του επιθυμία ήταν να ταφεί στο Παρίσι.


Διαβάστε όλο το άρθρο στο https://www.ogdoo.gr/prosopa/afieromata/gioul-briner-enas-megalos-pou-emeine-sti-skia-tou-xoligount

Πηγή:Ogdoo.gr

 

Νίνο Ρότα, ένας «πάπας» της κινηματογραφικής μουσικής


Ο Νίνο Ρότα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ο «πάπας των σάουντρακ» αν και μάλλον τον τίτλο τον μοιράζεται με τον Ένιο Μορικόνε, ένα άλλο «θηρίο» της κινηματογραφικής μουσικής. Όμως η μουσική δεν έχει όρια, δεν κρίνεται με τεχνοκρατικά κριτήρια, ούτε αξιολογείται με την ποσότητα. Το σίγουρο είναι ότι και οι δύο προσέφεραν τα μέγιστα τόσο στη μουσική όσο και στο μελωδικό «ντύσιμο» του κινηματογράφου.
Ο Φεντερίκο Φελίνι είχε πει για τον Νίνο Ρότα, με τον οποίο είχε μια δημιουργική φιλία για περίπου 30 χρόνια, ότι «σκηνοθετεί μουσικά τη μαγεία, τη γιορτή, τη μελωδία της εικόνας». Πράγματι, ποιος μπορεί να ξεχάσει τις μαγικές μουσικές του Ρότα, από τα απλά μοτίβα, μέχρι τις απαιτητικές συνθέσεις, αν και έχουν περάσει 40 χρόνια από το θάνατό του. Ο αστείρευτης έμπνευσης μουσικός, συνέθεσε μουσική για περίπου 150 ταινίες, δεκάδες κλασικές συνθέσεις για χορωδία και μουσική δωματίου, τρεις συμφωνίες, 3 κονσέρτα για βιολοντσέλο, για την τηλεόραση, για 23 μπαλέτα και θέατρα (για όλα τα έργα του Εντουάρντο Ντε Φίλιππο) και δέκα όπερες.

Παιδί θαύμα
Γεννήθηκε στο Μιλάνο στις 3 Δεκεμβρίου του 1911, από γονείς μουσικούς και σπούδασε πιάνο στο ωδείο της πόλης. Ως παιδί θαύμα, πριν συμπληρώσει τα 15 του χρόνια είχε συνθέσει μια όπερα κι ένα ορατόριο, προκαλώντας το θαυμασμό. Με προτροπή του φημισμένου διευθυντή ορχήστρας Αρτούρο Τοσκανίνι, μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της κλασικής μουσικής, ο νεαρός Νίνο Ρότα συνέχισε τις σπουδές του στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου έμεινε για τρία χρόνια. Εκεί θα μπει ως θεατής στις κινηματογραφικές αίθουσες και θα εντυπωσιαστεί από τη μουσική του Τζορτζ Γκέρσουιν. Επιστρέφοντας στην Ιταλία, θα σπουδάσει φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, ενώ το 1939 άρχισε να διδάσκει Αρμονία και σύνθεση στο Ωδείο Νικολό Πιτσίνι στο Μπάρι, όπου έγινε διευθυντής μετά από 11 χρόνια.

Δυο μάγοι στο σινεμά
Με τη νεανική του ορμή, γρήγορα θα έρθει σε επαφή και με τους κινηματογραφιστές της χώρας του και το σινεμά, που άρχιζε να ακμάζει. Ο ίδιος, παρότι τεράστιας κλασικής παιδείας, θα γοητευθεί από τα παραδοσιακά και λαϊκά ακούσματα της Ιταλίας, κάτι που γίνεται αντιληπτό και στις περισσότερες μουσικές του. Πολύ πριν συναντήσει τον Φελίνι, το 1933 θα γράψει τη μουσική για την ταινία του Ραφαέλε Ματεράτσο «Treno Popolare». Ουσιαστικά ο Ρότα μπαίνει στο σινεμά και εγκαινιάζει τη μακρά συνεργασία του με τον Φεντερίκο Φελίνι το 1952, με την κωμωδία «Ο Λευκός Σεϊχης» και πρωταγωνιστή τον αξέχαστο Αλμπέρτο Σόρντι. Δυο μεγάλοι καλλιτέχνες, Φελίνι και Ρότα, ο ένας της εικόνας και ο άλλος της μουσικής, συναντιόνται προς χάριν όλων αυτών που ήθελαν κάτι περισσότερο από ένα ψυχαγωγικό κινηματογράφο. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι άλλες σημαντικές δημιουργίες του νεορεαλισμού ή και άλλων κινηματογραφικών ειδών υπολείπονται των ταινιών του Φελίνι. Άλλωστε η συνεργασία του με τον Λουκίνο Βισκόντι θα σημαδέψει το σινεμά. Τεράστια επιτυχία για τον Ρότα οι ταινίες του «Κόκκινου Βαρόνου», «Ο Ρόκο και τα Αδέλφια του», «Βοκάκιος '70» (σπονδυλωτή ταινία που είχε σκηνοθετήσει μαζί με τους θρυλικούς Βιτόριο Ντε Σίκα, Φελίνι, Μονιτσέλι) και φυσικά τον αριστουργηματικό «Γατόπαρδο», ένα επικό δράμα, με έναν γρανιτένιο Μπαρτ Λάνκαστερ και για πολλούς μεγάλους σκηνοθέτες μία από τις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών.


Διαβάστε όλο το άρθρο στο https://www.ogdoo.gr/prosopa/afieromata/nino-rota
Πηγή:Ogdoo.gr

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

 

Μάικ Χένρι: O θρυλικός Ταρζάν της δεκαετίας του ‘60


Σε ηλικία 84 ετών έφυγε από τη ζωή ένας από τους κινηματογραφικούς Ταρζάν, ο Μάικ Χένρι.


Αθλητής του ράγκμπι, είχε παίξει στις ομαδες Pittsburgh Steeler και LA Rams, όπου και τράβηξε την προσοχή της Warner Bros.. Ήταν από τους βαρύτερους Ταρζάν της μεγάλης οθόνης με βάρος περίπου 105 κιλά και ύψος 1,80 μέτρα.

Γύρισε τρεις ταινίες Ταρζάν τo 1965, και αναμενόταν να πρωταγωνιστήσει και στην τηλεοπτική σειρά, αλλά απέρριψε τον ρόλο λόγω πολλαπλών τραυματισμών.

Για αρκετό καιρό διαδιδόταν η φήμη ότι θα φορούσε την στολή του «Μπάτμαν» για την τηλεοπτική σειρά του 1966, αλλά δήλωσε ότι ήταν απλώς μια φήμη, στη διάρκεια μίας από τις σπάνιες συνεντεύξεις του.

Αφού διαγνώστηκε με Πάρκινσον, αποσύρθηκε από την υποκριτική το 1988. Πέθανε στις 8 Ιανουαρίου σε ιατρικό κέντρο στο Μπέρμπανκ της Καλιφόρνια, αλλά ο θάνατός του, που οφείλεται σε επιπλοκές από Πάρκινσον και χρόνια τραυματική εγκεφαλοπάθεια, έγινε γνωστός μόλις σήμερα.

Η σύζυγός του επί 36 χρόνια είπε ότι ήταν ο πιο γλυκός άνθρωπος στον κόσμο και κανείς δεν είχε ποτέ να πει κακή κουβέντα για εκείνον. Είχε μία κόρη, τη Σάνον Νομπλ.

Σε ηλικία 84 ετών έφυγε από τη ζωή στης 04 Φεβρουαρίου 2021


  «ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ» – ΑΝΟΙΧΤΟ ΔΩΡΕΑΝ ΜΑΘΗΜΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑΣ με την υπογραφή του Στέλιου Καλαθά Φέτος η  Συναισθηματική Διαλεκτική  σε κα...